Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Η ιεραρχία και ο σεβασμός στον πόλεμο


«-Το Επιτελείο της Μεραρχίας, παρακαλώ … Ξέρετε πού είναι το Επιτελείο;
-Προχωρείτε δεξιά …
Θ’ απαντήσετε παραπάνω ένα ερημοκκλησάκι …
Είδαμε πραγματικά ν’ ασπρίζει σε λίγο μπροστά μας ένα σπιτάκι, κάτι σαν φυλάκιο σιδηροδρομικής γραμμής. Απ’ έξω ήταν δεμένα γύρω από τον κορμό μεγάλου δένδρου τα άλογα του Επιτελείου. Τα ‘δερνε το κρύο, η βροχή κι ο αέρας κι είχανε στριμωχτεί, το ένα κοντά στο άλλο, για να ζεσταίνονται με τα χνώτα τους. Παρέκει, γλίγλιζε η σπάθα ενός ιππέα ιπποκόμου, που τον είχανε προστάξει να προσέχει. Άμα η πορτίτσα της εκκλησίας άνοιξε, όρμησε προς τα έξω σύγνεφο ο καπνός που μας τύφλωσε. Είχαν ανάψει φωτιά με ξύλα βρεγμένα. Ήταν τόσο μικρό το εκκλησάκι, που μονάχα ο Μέραρχος είχε ξαπλωμένα τα πόδια του. Των άλλων αξιωματικών είχανε πάρει θέσεις ανάλογες με τον βαθμό και την αρχαιότητα των κυρίων τους: Ο Επιτελάρχης είχε λιγώτερο τεντωμένα τα πόδια του από το Μέραρχο• κι ύστερα ήταν οι λοχαγοί με τα δικά τους μαζεμένα και τέλος οι υπολοχαγοί και ανθυπολοχαγοί με πόδια διπλωμένα, αλλά περισσότερο από των λοχαγών. Ήταν όμως κι εξαιρέσεις: Ο ταγματάρχης του Μηχανικού Δημητρακόπουλος, που τα ολοστρόγγυλα γυαλιά του αχτινοβολούσαν στη λάμψη της φωτιάς, πέρασε τη νύχτα ορθός, τον περισσότερο καιρό στο ύπαιθρο. Όπως ήτανε και κάποιος υπολοχαγός, που θύμιζε τον αυθαδαίστατο ενοικιαστή στο δράμα του Γκόργκυ, που ‘πιανε τόπο στο νυχτερινό άσυλο τόπο περισσότερο από πέντε καπίκια που πλήρωνε. Κάθε στιγμή μου ‘ρχότανε να του φωνάξω:
-Ε, φιλαράκο μου, πιάνεις πολύν τόπο για ένα ανθυπολοχαγό!...
Λίγο πιο κει από την ομάδα των αξιωματικών, ξεχώριζε, μέσα στον καπνό, φριχτό ανθρωπομάζεμα, σαν τα συμπλέγματα της «δεύτερης παρουσίας» του Μιχαήλ Άγγελου. Χέρια, πόδια, κεφάλια, το ένα πάνω στ’ ‘άλλο: Ήταν οπλίτες, σύνδεσμοι, γραφείς, ιπποκόμοι, που προσπαθούσαν να κλέψουν ύπνο κάτω από τα ξενιασμένα, ορθάνοιχτα μάτια των βυζαντινών αγίων, που κάποιος ευσεβής ακαλαίσθητος είχε μουντζουρογραφήσει στους τοίχους. Έξω η θύελλα έσκουζε, φοβέριζε ότι από τη μια στιγμή στην άλλη θ’ αρπάξει και θα ξεσφεντονίσει μακριά τη μικρή στέγη, που, σαραβαλιασμένη, έσταζε ολοένα.
Ωστόσο , μ’ όλη την κούραση, το μούσκεμα, το κρύο, το στρίμωγμα, την πείνα, νιώθαμε κάτω από την άθλια τούτη στέγη άνεση κι ασφάλεια. Ξεχάσαμε τα όσα είχαμε τραβήξει ως εκείνη τη στιγμή στα γαλανά δαχτυλίδια ενός τσιγάρου και δοκιμάζαμε την αθώα ηδονή του μαθητάκου, που το ‘χει σκάσει από το σκολειό και μπερμπαντεύει στην εξοχή. Μας είχε ζωογονήσει ο βουνήσιος αέρας; Μας είχαν γοητεύει με την αγριότητά τους οι περιπέτειες; Η χαρά της ζωής, ύστερα από τους κινδύνους, ανάβρυζε αυθόρμητα; Το βέβαιο είναι, ότι πριν από λίγη ώρα ζούσαμε τη στιγμή για τη στιγμή. Κάθε μόριο χρόνου που περνούσε, το νιώθαμε, το πιπιλίζαμε, όπως μια στάλα διαλεχτό παλιό κρασί ένας ηδονιστής πότης.»
Σπύρου Μελά, Οι πόλεμοι 1912-1913, σσ. 65-66. Σημ. Το κείμενο για τεχνικούς λόγους έχει αποδοθεί από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα, αλλά διατηρείται η αρχική ορθογραφία για λόγους σεβασμού και παιδαγωγίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: