Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκανικοί πόλεμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκανικοί πόλεμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Μπιζάνι


«... Αλλά τι ακριβώς είναι το Μπιζάνι, αυτό το Μπιζάνι που γίνηκε θρύλος κι απόμεινε αξέχαστη σελίδα στην πολεμική ιστορία της εποχής; Έτσι ονομάστηκε, από ένα ύψωμα που λέγεται Μπιζάνι, ολάκερο το τότε φρούριο που είχαν οι Τούρκοι συγκροτήσει στα Γιάννενα, μ' άλλα λόγια ένα μεγάλο περιχαρακωμένο στρατόπεδο, με περίμετρο πενήντα χιλιομέτρων. Αυτή την περίμετρο αποτελούν υψώματα, φτιασμένα, λες, από τη φύση για την πολεμική άμυνα της τοποθεσίας και πάνω σ' αυτά τα υψώματα κάθονταν συγκροτήματα πολυβολείων και χαρακωμάτων πεζικού, που υπεράσπιζαν και απόκλειαν όλους τους δρόμους από την ύπαιθρο προς τα Γιάννενα, γιατί το ένα υποστήριζε δυνατά το άλλο. Οι Τούρκοι αμέσως μετά τον πόλεμο του ενενηνταεφτά, προβλέποντας ότι θα είχαν αργότερα κιάλλον πόλεμο με την Ελλάδα, είχαν αρχίσει να φροντίζουν για την οχύρση της πρωτεύουσας της Ηπείρου σύμφωνα με σχέδια των Γερμανών αξιωματικών. Το δε παράξενο κι εντελώς απίστευτο είναι,ότι εμείς οι Έλληνες όχι μόνο δεν είχαμε δώσει καμιά προσοχή σ' αυτό, αλλά κι επιτρέπαμε να στέλνουν μυστηριωδώς έμποροι μεγάλα φορτία τσιμέντο από τον Πειραιά στην Πρέβεζα που προορίζονταν γι' αυτά τα οχυρωματικά έργα!
Απ' αυτά το πιο γνωστό και ονομαστό είναι το Μπιζάνι, σε δώδεκα χιλιόμετρα απόσταση και νοτιοανατολικά από τη λίμνη. Αποτελείται από τρία διαδοχικά υψώματα, στο ύψος του Λυκαβητού, αλλά το καθένα σε μεγαλύτερη έκταση απ' αυτόν και συνεχόμενα. Η οχύρωση του συγκροτήματος είχε γίνει με τον ακόλουθο τρόπο: Το πρώτο ύψωμα, το προς τα Γιάννενα, είχε οχυρωθεί με δύο πυροβολεία που το καθένα είχε από τέσσερα πεδινά κανόνια Κρουπ. Αυτά τα κανόνια, που δέσποζαν πάνω στο δρόμο της Πρέβεζας προς Γιάννενα, υποστήριζαν συνάμα κι άλλο ένα οχυρό που ήτανε νοτιοδυτικά: το λεγόμενο φρούριο του Αγίου Νικολάου. Το δεύτερο ύψωμα,που ήτανε κυρίως το Μπιζάνι, είχε πέντε πυροβολεία, με τριανταέξη κανόνια βαριά και πεδινά εκστρατείας, που δέσποζαν πάνω σ' όλο τον κάμπο της Ηπειρώτικης πρωτεύουσας, ακόμα και πάνω στην Αετοράχη όπου ο ελληνικός στρατός είχε βάλει πόδι, όπως είδαμε. Αυτά τα πυροβολεία ήτανε στο βουνό, σε βάθος πέντε ως έξι μέτρα - είχανε σκάψει το βράχο - και μοναχά οι αστραπές των κανονιών φαίνονταν κάθε φορά που πυροβολούσαν. Απάνω από τα πυροβολεία είχαν επιχωματώσεις από δυό ίσαμε τρία μέτρα, που ήτανε κατάφυτες από άγριους θάμνους, αφημένους επίτηδες από καιρό, για να βλαστήσουν. Κι' αυτό δυνάμωνε πολύ την εντύπωση πως το φρούριο ήταν έργο φυσικό και όχι τεχνικό... »
Πηγή: Σπύρου Μελά, Οι πόλεμοι 1912-1913, σσ.367-369, εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1972.- Η εικόνα από τον σύνδεσμο: http://www.ellhnismos.org/showthread.php?t=199

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Η ιεραρχία και ο σεβασμός στον πόλεμο


«-Το Επιτελείο της Μεραρχίας, παρακαλώ … Ξέρετε πού είναι το Επιτελείο;
-Προχωρείτε δεξιά …
Θ’ απαντήσετε παραπάνω ένα ερημοκκλησάκι …
Είδαμε πραγματικά ν’ ασπρίζει σε λίγο μπροστά μας ένα σπιτάκι, κάτι σαν φυλάκιο σιδηροδρομικής γραμμής. Απ’ έξω ήταν δεμένα γύρω από τον κορμό μεγάλου δένδρου τα άλογα του Επιτελείου. Τα ‘δερνε το κρύο, η βροχή κι ο αέρας κι είχανε στριμωχτεί, το ένα κοντά στο άλλο, για να ζεσταίνονται με τα χνώτα τους. Παρέκει, γλίγλιζε η σπάθα ενός ιππέα ιπποκόμου, που τον είχανε προστάξει να προσέχει. Άμα η πορτίτσα της εκκλησίας άνοιξε, όρμησε προς τα έξω σύγνεφο ο καπνός που μας τύφλωσε. Είχαν ανάψει φωτιά με ξύλα βρεγμένα. Ήταν τόσο μικρό το εκκλησάκι, που μονάχα ο Μέραρχος είχε ξαπλωμένα τα πόδια του. Των άλλων αξιωματικών είχανε πάρει θέσεις ανάλογες με τον βαθμό και την αρχαιότητα των κυρίων τους: Ο Επιτελάρχης είχε λιγώτερο τεντωμένα τα πόδια του από το Μέραρχο• κι ύστερα ήταν οι λοχαγοί με τα δικά τους μαζεμένα και τέλος οι υπολοχαγοί και ανθυπολοχαγοί με πόδια διπλωμένα, αλλά περισσότερο από των λοχαγών. Ήταν όμως κι εξαιρέσεις: Ο ταγματάρχης του Μηχανικού Δημητρακόπουλος, που τα ολοστρόγγυλα γυαλιά του αχτινοβολούσαν στη λάμψη της φωτιάς, πέρασε τη νύχτα ορθός, τον περισσότερο καιρό στο ύπαιθρο. Όπως ήτανε και κάποιος υπολοχαγός, που θύμιζε τον αυθαδαίστατο ενοικιαστή στο δράμα του Γκόργκυ, που ‘πιανε τόπο στο νυχτερινό άσυλο τόπο περισσότερο από πέντε καπίκια που πλήρωνε. Κάθε στιγμή μου ‘ρχότανε να του φωνάξω:
-Ε, φιλαράκο μου, πιάνεις πολύν τόπο για ένα ανθυπολοχαγό!...
Λίγο πιο κει από την ομάδα των αξιωματικών, ξεχώριζε, μέσα στον καπνό, φριχτό ανθρωπομάζεμα, σαν τα συμπλέγματα της «δεύτερης παρουσίας» του Μιχαήλ Άγγελου. Χέρια, πόδια, κεφάλια, το ένα πάνω στ’ ‘άλλο: Ήταν οπλίτες, σύνδεσμοι, γραφείς, ιπποκόμοι, που προσπαθούσαν να κλέψουν ύπνο κάτω από τα ξενιασμένα, ορθάνοιχτα μάτια των βυζαντινών αγίων, που κάποιος ευσεβής ακαλαίσθητος είχε μουντζουρογραφήσει στους τοίχους. Έξω η θύελλα έσκουζε, φοβέριζε ότι από τη μια στιγμή στην άλλη θ’ αρπάξει και θα ξεσφεντονίσει μακριά τη μικρή στέγη, που, σαραβαλιασμένη, έσταζε ολοένα.
Ωστόσο , μ’ όλη την κούραση, το μούσκεμα, το κρύο, το στρίμωγμα, την πείνα, νιώθαμε κάτω από την άθλια τούτη στέγη άνεση κι ασφάλεια. Ξεχάσαμε τα όσα είχαμε τραβήξει ως εκείνη τη στιγμή στα γαλανά δαχτυλίδια ενός τσιγάρου και δοκιμάζαμε την αθώα ηδονή του μαθητάκου, που το ‘χει σκάσει από το σκολειό και μπερμπαντεύει στην εξοχή. Μας είχε ζωογονήσει ο βουνήσιος αέρας; Μας είχαν γοητεύει με την αγριότητά τους οι περιπέτειες; Η χαρά της ζωής, ύστερα από τους κινδύνους, ανάβρυζε αυθόρμητα; Το βέβαιο είναι, ότι πριν από λίγη ώρα ζούσαμε τη στιγμή για τη στιγμή. Κάθε μόριο χρόνου που περνούσε, το νιώθαμε, το πιπιλίζαμε, όπως μια στάλα διαλεχτό παλιό κρασί ένας ηδονιστής πότης.»
Σπύρου Μελά, Οι πόλεμοι 1912-1913, σσ. 65-66. Σημ. Το κείμενο για τεχνικούς λόγους έχει αποδοθεί από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα, αλλά διατηρείται η αρχική ορθογραφία για λόγους σεβασμού και παιδαγωγίας.