Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013
Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013
Τα σχολεία κατά την τουρκοκρατία
Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ πρῶτος οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος ἐπαναλειτουργεῖ τὴν πατριαρχικὴ Σχολὴ Κων/πόλεως ἤ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ, ὅπως ὀνομάζεται μετὰ τὴν ἅλωση, ἡ ὁποία εἶναι τὸ φυτώριο τῶν ἀξιωματούχων κυρίως τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ οἱ ἐλάχιστοι λόγιοι[1] πού ἔμειναν στὴν Κων/πολη, τὴν Θεσ/νίκη καὶ σὲ ἄλλες πόλεις συγκεντρώνουν γύρω τους μικρὸ ἀριθμὸ μαθητῶν. ʺΤούτων οἱ μαθηταὶ περιβληθέντες τὸ ἱερατικὸν σχῆμα –διότι οἱ Τοῦρκοι ἐσέβοντο πῶς μόνον τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς ἰατροὺς- ἐδίδασκον τὰ γράμματα εἰς περιωρισμένον κύκλον μαθητῶν ἐν μοναῖς ἢ ναοῖς. Ἡ παιδεία τότε ἤρχιζε διὰ τῶν ἱερῶν γραμμάτων τῆς Ὀκτωήχου, τοῦ Ψαλτηρίου καὶ τῶν λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίωνʺ[2].
Τὸ 1593 μία συνοδικὴ πράξη -ἔγινε ἐπὶ Ἱερεμία Β΄ τοῦ Τρανοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε οἰκουμενικὸς πατριάρχης ἐπανειλημμένως τὰ ἔτη 1572-1595- ὁρίζει στοὺς κατὰ τόπους ἐπισκόπους νὰ μεριμνοῦν γιὰ τὴν σύσταση καὶ συντήρηση σχολείων ʺὥστε τὰ θεία καὶ ἱερὰ γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθεῖν δὲ κατὰ δύναμιν τοῖς ἐθέλουσι διδάσκειν καὶ τοῖς μαθεῖν προαιρουμένοις, ἐὰν τῶν ἐπιτηδείων χρείαν ἔχωσινʺ[3]. Μὲ τὴν προστασία λοιπὸν τοῦ κλήρου ἐνισχύεται ἡ παιδεία στὸν ὑπόδουλο Ἐλληνισμὸ, ἀφοῦ ἰδρύονται καὶ συντηροῦνται μικρὰ ἔστω καὶ ταπεινὰ σχολεία πλησίον τῶν ἐπισκόπων, τὰ ὁποία στεγάζονται κυρίως στὰ κελιὰ πού εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῶν ναῶν καὶ τῶν μονῶν, τὰ γνωστὰ μετέπειτα ʺκοινὰ ἤ γραμματοδιδασχολείαʺ. Συνήθως, ὅπου ὑπῆρχαν κοινὰ σχολεία δημιουργοῦνται ἀνώτερα, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται καὶ μὲ δωρεὲς καὶ κληροδοτήματα πλουσίων Ἑλλήνων, ὅπως τὰ Ζωγράφεια Διδασκαλεία(ἀρρένων καὶ θηλέων) στὸ Κεστοράτι τῆς Β. Ἠπείρου 1873-1892.
Ὅπου ὅμως οἱ τοπικὲς τουρκικὲς ἀρχὲς εἶναι ἰδιαιτέρως αὐστηρὲς τὰ σχολεία δὲν ἔχουν συνεχή καὶ ἀπρόσκοπτη σχολικὴ δράση-ζωὴ καὶ τότε λειτουργοῦν κρυφὰ. Κρυφὰ σχολεία πρέπει νὰ λειτουργοῦσαν μετὰ τὴν ἅλωση σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, τῆς Β. Βαλκανικῆς, τὴς Ἀν. Θράκης καὶ τῆς Μ. Ἀσίας, διότι εἶχαν ἀνάγκη ἀπό ἱερεῖς καὶ ψάλτες ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ οἱ Ἕλληνες ἤθελαν τὰ παιδιὰ τους νὰ μάθουν γράμματα, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Τοῦρκος περιηγητὴς Χατζὴ Κάλφα μᾶς πληροφορεῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες στέλνουν τὰ παιδιὰ τους στὸ Ἅγιον Ὄρος ʺμὲ τὸ σωρὸʺ γιὰ νὰ μάθουν γράμματα. Ἀλλὰ, ἐπειδὴ λειτουργοῦσαν κρυφὰ, δὲν τὰ ἀναφέρουν οἱ τῶν σκοτεινῶν αἰώνων συγγραφεὶς, διότι ἡ ἀναφορὰ θὰ ἦταν μοιραία γιὰ τοὺς διδασκάλους καὶ τὸν Ἑλληνισμὸ[4]. Ἀπόδειξη ὅτι καὶ τὸ τυπογραφεῖο, πού ἔκανε ὁ πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις στὴν Κων/πολη, τὸ ἔκλεισαν οἱ Τοῦρκοι μετὰ ἀπὸ ὀλίγους μῆνες καὶ τὸν Κοσμὰ τὸν Αἰτωλὸ(1714-1779) ἐπειδὴ ἴδρυσε σχολεία καὶ ἐπειδὴ προέτρεπε τοὺς Ἕλληνες νὰ στέλνουν τὰ παιδιὰ τους στὸ σχολεῖο, τὸν κρέμασαν στὸ χωριὸ Κολικόντασι τῆς Β. Ἠπείρου.
Ὁ Στέφανος Κανέλλος ὅμως -πού γεννήθηκε τὸ 1792, σπούδασε ἰατρικὴ στὴν Δύση, ἔλαβε διδακτορικὸ δίπλωμα ἰατρικῆς, λογοτέχνης καὶ μουσικὸς πού ἔγραψε καὶ μελοποίησε φλογερὰ πατριωτικὰ θούρια καὶ ἔσπευσε ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀπὸ τὸ Βουκουρέστι, ὅπου δίδασκε, στὴν ἀγωνιζόμενη Ἑλλάδα καὶ σκοτώθηκε στὴν Κρήτη το 1823- γράφει σὲ ἐπιστολὴ του τὸ 1822 στὸν φιλέλληνα γερμανὸ συγγραφέα Ἴκεν ὅτι τὰ παιδιὰ πήγαιναν κρυφὰ στὸ σχολεῖο. Ὁ δὲ Φῶτος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), ὁ ὁποῖος γεννήθηκε το 1798, φιλικὸς καὶ ὑπασπιστὴς τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη, γράφει τὸ 1829 στὰ Ἀπομνημονεύματά του, πού ἐκδόθηκαν τὸ 1858: ʺΜόνοι των οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζον διὰ τὴν Παιδείαν, ἡ ὁποῖα συνίστατο εἰς τὸ νὰ μανθάνουν τὰ κοινὰ γράμματα καὶ ὀλίγην ἀριθμητικὴν ἀκανόνιστον. Ἐν ἐλλείψει δὲ διδασκάλου ὁ ἱερεὺς ἐφρόντιζεν περὶ τούτου. Ὁλα αὐτὰ ἐγίνοντο ἐν τῷ σκότει καὶ προφυλακτὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκουςʺ[5]. Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης διηγεῖται στὸν ἀπομνηματογράφο του Γεώργιο Τερτσέτη: ʺΕἰς τὸν καιρὸ τῆς νεότητος, ὅταν ἠμποροῦσα νὰ μάθω κάτι τὶ, σχολεία, ἀκαδημίαι δὲν ὑπῆρχαν… Τὸ ψαλτήρι, τὸ κτωήχι[6], ὁ μηναῖος[7], ἄλλαι προφητεῖαι ἦσαν τὰ βιβλία, ὅπου ἀνέγνωσαʺ[8]. Ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχαν σχολεία, πού ἔμαθε ὁ Κολοκοτρώνης νὰ διαβάζει; Δίπλα σὲ κάποιον ἱερέα, σὲ κάποιο κρυφὸ σχολειό, ὅπου δίδασκε ἕνας Ἕλληνας, πού γνώριζε ἀνάγνωση καὶ γραφὴ.
Ὅτι ὑπῆρχαν κρυφὰ σχολεία κατὰ τὴν Τουρκοκρατία τὸ ἐπιβεβαιώνουν καὶ ὁ πίνακας τοῦ Ν. Γύζη, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε τὸ 1842 στὴν Τήνο καὶ θὰ εἶχε πληροφορίες ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπόδουλους στὴν ἐποχὴ του Ἕλληνες, καθώς καὶ το ποίημα ʺΚρυφὸ Σχολεῖοʺ τοῦ Ἰ. Πολέμη, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε τὸ 1862 στὴν Ἀθήνα καὶ εἶχε ἐπίσης πληροφορίες γιὰ τὰ παλαιότερα ἀλλὰ καὶ τῆς ἐποχῆς του κρυφὰ σχολεία στὴν Μακεδονία, Θράκη κλπ.
ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ[9]
Ἀπ’ ἔξω μαυροφορ’ ἀπελπισιὰ,
Πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστὸ σκοτάδι,
Καὶ μέσα στὴ θολόχτιστη ἐκκλησιὰ
(στὴν ἐκκλησία πού παίρνει κάθε βράδυ τὴν ὄψη τοῦ σχολείου),
Τὸ φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ
Τρεμάμενο τὰ ὀνείρατα ἀναδεύει
Καὶ γύρω τὰ σκλαβόπουλα μαζεύει
Ἐκεῖ καταδιωγμένη κατοικεῖ
Τοῦ σκλάβου ἡ ἀλυσόδετη πατρίδα
Βραχνὰ ὁ παπὰς ὁ δάσκαλος ἐκεῖ
Θεριεύει τὴν ὰποσταμένη ἐλπίδα
Με λόγια μαγικὰ
Ἐκεῖ ἡ ψυχὴ πικρότερο ἀγροικᾶ
Τὸν πόνο τῆς σκλαβιᾶς της, ἐκεῖ βλέπει
Τί ἔχασε, τὶ ἔχει, τὶ τῆς πρέπει.
Κὶ ἀπ’ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ψηλὰ,
Πού ἐβούβανε τὰ στόματα τῶν πλάνων
Καὶ ρίχνει καὶ συντρίβει καὶ κυλᾶ
Στὴν ἄβυσσο τοὺς θρόνους τῶν τυράννων,
Κὶ ἀπὸ τὴ σιγαλιὰ
Ποὺ δένει στὸ λαιμὸ πνιγμοῦ θηλιὰ,
Κὶ ἀπ’ τῶν προγόνων τὰ ἄφθαρτα βιβλία,
Πού δείχνουν τὰ πανάρχαια μεγαλεία,
Ἕνας ψαλμὸς ἀκούγεται βαθὺς
Σὰν μελωδίες ἑνὸς κόσμου ἄλλου
Κὶ ἀνατριχιάζει ἀκούοντας κάθεὶς
Προφητικὰ τὰ λόγια τοῦ δασκάλου
Μὲ μιὰ φωνὴ βαριὰ:
ʺΜὴ σκιάζεστε στὰ σκότη. Ἡ λευτεριὰ,
Σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι,
Τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρειʺ.
Καὶ ὀρισμένα ὅμως σχολεία, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεπαν οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς νὰ λειτουργοῦν, λειτοργοῦσαν σὰν κρυφὰ π.χ. στὸ χωριὸ Ταξιάρχης Χαλκιδικῆς τὸν 19ο αἰῶνα τὸ σχολεῖο, τὸ ὁποῖο στεγαζόταν σὲ μικρὴ αἴθουσα τοῦ αὐλείου χώρου τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ, στὴν ὁποία σήμερα στεγάζεται τὸ ἐκκλησιαστικὸ μουσεῖο, λειτουργοῦσε μόνο τὸ βράδυ, ὅπως ἔλεγαν ὁ Δημήτρης Παπαϊωάννου, πού ἀποφοίτησε πρὶν ἀπὸ τὸ 1880 καὶ μετὰ ὑπηρέτησε ὡς δάσκαλος στὸ σχολεῖο αὐτό, ὁ Γεώργιος Ζέλλιος, πού ἀποφοίτησε πρὶν ἀπὸ το 1890 καὶ πολλοὶ ἄλλοι παλαιοὶ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, διότι οἱ Τοῦρκοι ἀστυνομικοὶ καὶ ὑπάλληλοι, πού πήγαιναν ἀπὸ τὸν Πολύγυρο καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη τῆς Χαλκιδικῆς –στὸν Ταξιάρχη[10] δὲν πήγαιναν τουρκικές ἀρχές- ἔφευγαν ἐνωρὶς τὸ ἀπόγευμα καὶ δὲν ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ συλλάβουν τοὺς μαθητές καὶ νὰ τοὺς κάνουν γενιτσάρους. Λειτουργοῦσε τὸ βράδυ καὶ γιὰ νὰ διδάσκουν οἱ δάσκαλοι τὰ ἐπιτεύγματα τῶν προγόνων μας, τὴν ἔνδοξη ἑλληνικὴ ἱστορία.
Καὶ ξένοι γράφουν γιὰ τὸ κρυφὸ σχολεῖο, ὅπως ὁ Γάλλος René Puayx στὸ βιβλίο τουʺThe Sorrows of Ἐρίτηςʺ: «…κουβεντιάζω μὲ τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς. Ἡ περιγραφὴ τῶν προσπαθειῶν τους νὰ συντηρήσουν τὴν ἑλληνικὴ ἱδέα κάτω ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἐξουσία, προσπάθειες πού τὶς περιέγραφαν ἀπλὰ, σὰν νὰ ἦταν γιὰ κάτι τελείως φυσικὸ, ἀποκάλυπταν χαρακτηριστικὰ ἀξιοθαύμαστα. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀφιερώσει ἕνα ὡραῖο κεφάλαιο στὸ σῶμα τῶν Ἑλλήνων δασκάλων τῆς Ἠπείρου, πού ἀντιμετωπίζοντας τόσες ἀντιξοότητες καὶ ταπεινώσεις, δὲν ἔπαυαν ἕνεκα τούτου νὰ προχωροῦν τὸ πατριωτικὸ τους ἔργο. Κανένα ἑλληνικὸ βιβλίο δὲν γινόταν δεκτὸ, ἄν εἶχε τυπωθεῖ στὴν Ἀθήνα. Ἔπρεπε ὅλα νὰ ἔρθουν ἀπὸ τὴν Κων/πολη. Ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία ἦταν ἀπαγορευμένη. Ἔτσι, ἔκαναν συμπληρωματικὲς μυστικὲς παραδόσεις, ὅπου χωρὶς βιβλίο, χωρὶς τετράδιο, ὁ μικρὸς Ἠπειρώτης ἐμάνθανε νὰ γνωρίζει τὴν μητἐρα πατρίδα του, τὸν ἐθνικὸ του ὕμνο, τὰ ποιήματα καὶ τοὺς ἤρωές του. Οἱ μαθητὲς κρατοῦσαν στὰ χέρια τους τὴν ζωὴ τῶν δασκάλων τους. Ἕνας λόγος ἀστόχαστος ἤ μιὰ καταγγελία θὰ ἦταν μοιραία…».
Καὶ ἡ δημοτικὴ μας ποίηση ἐπιβεβαιώνει τὴν λειτουργία τοῦ κρυφοῦ σχολείου:
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ
Φεγγαράκι μου λαμπρὸ
Φέγγε με νὰ περπατῶ,
Νὰ πηγαίνω στὸ σχολειὸ,
Νὰ μαθαίνω γράμματα,
Γράμματα, σπουδάγματα,
Τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα.
Νομίζω τὰ ἱστορικὰ ἀπομνημονεύματα, γραφέντα ἀπὸ αυτόπτες καὶ εἰδήμονες τῶν προσώπων καὶ πραγμάτων ἄνδρες, ἔχουν μεγάλη ἀξία ὡς ἱστορικὴ πηγὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄγραφη παράδοση, πού κράτησε στοὺς σκοτεινοὺς αἰῶνες ἀναμμένη σὲ ὅλο τὸν ὑπόδουλο ἑλληνισμὸ τὴν σπίθα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ κεράκι τῆς Ὀρθοδοξίας, δὲν ὑστερεῖ ὡς ἱστορικὴ πηγὴ, καὶἐπιβεβαιώνουν καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη τῶν κρυφῶν σχολείων κατὰ τὴν τουρκοκρατία.
*Δρ. Ζέλλιου – Μαστοροκώστα Ἐρατῶς, Φιλολόγου-Ἱστορικοῦ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’, Θ΄ τχ., Ιαν.-Μάρτ. 2012
[1] Ἐρ. Ζέλλιου Μακροκώστα, Ἡ παιδεία κατὰ τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη, Μαίανδρος, 1998, 6,7-10.
[2] Παπὰς Π.Ν., Ἐκπαίδευσις, Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια (Δρανδάκη), τ. 1, 6. 628.
[3] Ἐρ. Ζέλλιου Μακροκώστα, Ἡ παιδεία κατὰ τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη, Μαίανδρος, 1998, σημ. 1, 6. 19.
[4] Ἐρ. Ζέλλιου Μακροκώστα, Ἡ παιδεία κατὰ τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη, Μαίανδρος, 1998, σημ. 1, 6. 11. Στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ ὁποῖο εἶχε κάποια προνόμια, πρέπει οἱ μοναχοὶ νὰ ίδασκαν τὰ ἀναγκαῖα γράμματα γιὰ τὴν Θεία Λειτοργία ἀπὶ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας.
[5] Φ. Χρυσανθακόπουλος, Ἀπομνημονεύματα περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀθῆναι, Ἐταιρία Πελποννησιακῶν σπουδῶν, 1974, τ. 1, 6. 36.
[6] Ὀκτάηχος.
[7] Μηνολόγιο.
[8] Γ. Τερτσέτης, Ὁ γέρων Κολοκοτρώνης. Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἀπὸ τὸ 1770-1836. Ὑπαγόρευσε Θ. Κ. Κολοκοτρώνης, Ἀθῆναι 1846.
[9] Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ ʺἈλάβαστρα 1900ʺ.
[10] Τὸ χωριὸ Ταξιάρχης βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ Χολομῶντα καὶ πολλοὶ νέοι ἀπὸ τὴν Χαλκιδικὴ, ἐπειδὴ δὲν ἀνέχονταν τὸν τουρκικὸ ζυγὸ, γίνονταν κλέφτες καὶ ζοῦσαν ἐλεύθεροι στὸ δάσος τοῦ Χολομῶντα. Αὐτοὺς φοβόντουσαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἔφευγαν ἐνωρὶς ἀπὸ τὸ χωριὸ αὐτὸ.
Τρίτη 2 Ιουλίου 2013
Ο όρκος των αρχαίων Ελλήνων
Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα,
οὐδ' ἐγκαταλείψω τὸν προστάτην ὢ ἂν στοίχω,
ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων,
καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν,
καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάττω παραδώσω,
πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι.
οὐδ' ἐγκαταλείψω τὸν προστάτην ὢ ἂν στοίχω,
ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων,
καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν,
καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάττω παραδώσω,
πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι.
Καὶ συνήσω τῶν ἀεὶ
κρινόντων,
καὶ τοὶς θεσμοὶς τοὶς ἰδρυμένοις πείσομαι,
καὶ οὓς τίνας ἄλλους ἰδρύσεται τὸ πλῆθος ἐμφρόνως.
Καὶ ἂν τὶς ἀναιρεῖ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται οὐκ ἐπιτρέψω,
ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πάντων.
Καὶ τὰ ἱερά τα πάτρια τιμήσω.
καὶ τοὶς θεσμοὶς τοὶς ἰδρυμένοις πείσομαι,
καὶ οὓς τίνας ἄλλους ἰδρύσεται τὸ πλῆθος ἐμφρόνως.
Καὶ ἂν τὶς ἀναιρεῖ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται οὐκ ἐπιτρέψω,
ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πάντων.
Καὶ τὰ ἱερά τα πάτρια τιμήσω.
Ἴστορες θεοὶ
Ἀγραυλος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλῶ, Αὐξῶ, Ἠγεμόνη
Ἀγραυλος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλῶ, Αὐξῶ, Ἠγεμόνη
Δὲ θὰ ντροπιάσω τὰ ὅπλα
μου,
οὔτε θὰ ἐγκαταλείψω τὸν συμπολεμιστή μου
ὅπου κι ἂν ταχθῶ νὰ πολεμήσω,
θὰ ὑπερασπίζω τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια,
καὶ μόνος καὶ μὲ πολλούς,
καὶ τὴν πατρίδα δὲ θὰ παραδώσω μικρότερη,
ἀλλὰ μεγαλύτερη καὶ πολεμικότερη ἀπ' ὅση θὰ μοῦ παραδοθεῖ.
οὔτε θὰ ἐγκαταλείψω τὸν συμπολεμιστή μου
ὅπου κι ἂν ταχθῶ νὰ πολεμήσω,
θὰ ὑπερασπίζω τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια,
καὶ μόνος καὶ μὲ πολλούς,
καὶ τὴν πατρίδα δὲ θὰ παραδώσω μικρότερη,
ἀλλὰ μεγαλύτερη καὶ πολεμικότερη ἀπ' ὅση θὰ μοῦ παραδοθεῖ.
Θὰ πιστεύω στοὺς Θεοὺς
καὶ στοὺς ἰσχύοντες νόμους θὰ ὑπακούω,
καὶ σὲ ὅσους ἄλλους νόμιμα θεσπισθοῦν.
Κι ἂν κάποιος ἀναιρέσει ἢ ἀμφισβητήσει
τοὺς θεσμοὺς δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψω,
θὰ τὸν πολεμήσω εἴτε μόνος εἴτε μὲ ὅλους.
Καὶ τὶς ἱερὲς παρακαταθῆκες τῶν πατέρων θὰ τιμήσω.
καὶ στοὺς ἰσχύοντες νόμους θὰ ὑπακούω,
καὶ σὲ ὅσους ἄλλους νόμιμα θεσπισθοῦν.
Κι ἂν κάποιος ἀναιρέσει ἢ ἀμφισβητήσει
τοὺς θεσμοὺς δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψω,
θὰ τὸν πολεμήσω εἴτε μόνος εἴτε μὲ ὅλους.
Καὶ τὶς ἱερὲς παρακαταθῆκες τῶν πατέρων θὰ τιμήσω.
Μάρτυρές μου οἱ θεοὶ
Ἀγραυλος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλῶ, Αὐξῶ, Ἠγεμόνη
Ἀγραυλος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλῶ, Αὐξῶ, Ἠγεμόνη
Τετάρτη 10 Απριλίου 2013
Αρχαία ελληνική σκέψη και Χριστιανισμός
Το σύνολο των χριστιανικών αντιλήψεων περιλαμβάνεται στην ελληνική σκέψη, εκατοντάδες ή και χιλιάδες έτη
πρὶν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμού στὸ προσκήνιο της ιστορίας. Εντελώς
ενδεικτικά μπορούμε να θυμηθούμε τις θεολογικές και ηθικές αρχές τῶν Ἑλλήνων
όπως τις διετύπωσαν ορισμένοι από τους επιφανέστερους:
Ο Ξενοφάνης καὶ ὁ Σωκράτης πίστευαν πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας,
αἰώνιος καὶ ἀμετάβλητος, ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο, ἄϋλος καὶ ἀθέατος, ἐνῶ δὲν ξεφεύγει
τίποτα ἀπὸ τὴν προσοχή του: "τὸν δὲ θεοῦ ὀφθαλμὸν πάντα ὁρᾶν". Ἡ
θεία Πρόνοια φροντίζει τὰ πάντα:"τὴν δὲ τοῦ Θεοῦ φρόνησιν... πάντων
ἐπιμελεῖσθαι".
Ο Ὅμηρος καὶ ὁ Πλάτων θεωροῦν πὼς ὁ Θεὸς εἶναι πανάγαθος καὶ
δὲν εὐθύνεται γιὰ τὶς δυστυχίες τῶν ἀνθρώπων.
Ο Πίνδαρος λέει πὼς οἱ ψυχὲς τῶν εὐσεβῶν εἶναι στὸν οὐρανὸ
καὶ δοξολογοῦν μὲ ὕμνους τὸ Θεὸ:"... μάκαρα μέγαν ἀσίδοντ' ἐν
ὕμνοι". Ανάλογες ἀπόψεις εἶχαν καὶ οἱ Ἀριστοτέλης, Τίμαιος, Ἐπίχαρμος,
Θαλὴς Σόλων, Ἐπίκουρος, Θεαίτητος, Ξενοφάνης κ.ἅ.
Αρκετές είναι οι ρήσεις των αρχαίων Ελλήνων που αποκαλύπτουν τις θέσεις τους απέναντι στον άνθρωπο, το θείο και την αρετή και ταυτίζονται με αντίστοιχες εὐαγγελικὲς:
"Τὸν δὲ ἐχθρὸν φίλον ποιείν" (Κλεόβουλος) /
"Εἰρήνευσον μὲ τὸν ἀντίδικόν σου ταχέως" (Ματθαῖος Ε25)
"Πράον εἶναι" (Χίλων) / "Μακάριοι οἱ
πραεῖς" (Ματθαῖος Ε5)
"Τὸν δὲ ἐχθρὸν εὐεργετείν" (Κλεόβουλος) /
"Εὐεργετεῖτε ἐκείνους οἵτινές σας μισούσι" (Ματθαῖος Ε44)
"Πατρὸς δὲ καὶ υἱοῦ ἡ αὐτὴ ἦπερ τοῦ Θεοῦ πρὸς
ἄνθρωπον" (Ἀριστοτέλης) / "Ἐὰν ἐσεῖς λοιπόν, πονηροὶ ὄντες, ἐξεύρητε
νὰ διδητε καλᾶς δόσεις εἰς τὰ τέκνα σας, πόσω μᾶλλον ὁ Πατήρ σας ὁ ἐν τοὶς
οὐρανοὶς θέλει δώσει ἀγαθὰ εἰς τοὺς ζητοῦντας παρ' αὐτοῦ ;" (Ματθαῖος Ζ11)
"Οὐ διαμειψόμεθα τῆς ἀρετῆς τὸν πλοῦτον" (Σόλων) /
"Δυσκόλως θέλει εἰσέλθει πλούσιος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ οὐρανοῦ"
(Ματθαῖος ΙΘ23)
"Πεφυλαγμένος ἄνδρα ἕκαστον, ἄρα μὴ κρυπτὸν ἐχθρὸς ἔχων
καρδίη φαιδρῶ προσενέπη προσώπω" (Σόλων" / "Ἔρχονται πρὸς ἐσᾶς
μὲ ἐνδύματα προβάτων, ἔσωθεν ὅμως εἶναι λύκοι ἅρπαγες" (Ματθαῖος Ζ15)
Bιβλιογραφική αναφορά :
Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012
Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012
Η αξιοπρέπεια του Νικηταρά
Η Ελληνική κυβέρνηση, επί Όθωνα, τον συνέλαβε το 1839 και τον καταδίκασε, αν και παντελώς αθώο, σε ενάμιση χρόνο φυλακή, με τη κατηγορία της «προδοσίας».
Μετά από 1,5 χρόνο τον ελευθέρωσαν και κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά.
Η αρμόδια αρχή η οποία χορηγούσε πόστα είχε ορίσει μια ορισμένη μέρα στον ήρωα επαίτη μια θέση μια μέρα της εβδομάδος κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε (!) να επαιτεί κάθε Παρασκευή! Αυτή ήταν η ανταμοιβή του.
Όταν
αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη της Μεγάλης Δύναμης ( Ρωσίας), αυτός
στάλθηκε από την Ρωσική κυβέρνηση του, στο πόστο όπου επαιτούσε ο
μεγάλος οπλαρχηγός.
Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
"Τι κάνετε στρατηγέ μου;" ρώτησε ο ξένος
"Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα" απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
"Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στον δρόμο;" επέμενε ο ξένος.
"Η
πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για
να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος" απήντησε περήφανα ο Νικηταράς.
Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.
Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο:" Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!!!"
Στις 25 (ή 27) του Σεπτέμβρη του 1849, ο γενναιότερος των γενναίων, πεθαίνει ξεχασμένος, τυφλός και πάμφτωχος.
Κυριακή 7 Αυγούστου 2011
Βικέλας, Δημήτριος: Η ζωή μου
[… ]
Αρχίζω εκ της παιδικής ηλικίας. Αι αναμνήσεις εκείναι γράφονται ευκολώτερον. Αι πρώται εντυπώσεις διατηρούνται ζωηρότεραι χαράσσονται εις τας πτυχάς της μνήμης, προτού την θολώσουν αι περιπλοκαί και αι μέριμναι του κατόπιν βίου, ώστε ενθυμούμεθα ακριβέστερον τας λεπτομερείας των παλαιοτέρων συμβάντων. Τα νώτερα επέρχονται και παρέρχονται αλεπάλληλα, και ταχύτερον λησμονούνται. Ούτω και όσα αντκείμενα βλέπομεν διατρέχοντες δια σιδηροδρόμου ευρείας πεδιάδας: τα απέχοντα οικήματα ή δέντρα μας παρακολουθούν επί πολύ, ενώ τα πλησιέστερα μόλις τα διακρίνομεν φεύγοντα βιαίως προς τα οπίσω.
Εν γένει, ο βίος ομοιάζει δια σιδηροδρόμου, ότε καθήμεθα έχοντες τα νώτα προς την μηχανήν. Βλέπομεν τα όρη, τους ανθρώπους. Είτε βραδέως, είτε ταχέως, τα πάντα μένουν οπίσω, καθόσον ημείς προχωρούμεν. Διατηρούμεν κατά το μάλλον ή ήττον συγκεχυμένας τας εντυπώσεις των και γνωρίζομεν εν συνόλω πόσον δρόμον διηνύσαμεν, πόσην απόστασιν διετρέξαμεν. Αλλά δεν βλέπομεν τα προ ημών, δεν γνωρίζομεν οποία προσκόμματα, οποίους κινδύνους ενδέχεται να εύρη α’ιφνης η αμαξοστοιχία, ούτε αν πώς θα φθάσωμεν εις το τέρμα. Και φερόμεθα εν τούτοις προς τα εμπρός με τα νώτα εστραμμένα προς το άδηλον τούτο τέρμα. (Βιβλιοθήκη Νεοελληνικής Γραμματείας, ειδική έκδοση για την εφημ. Το Βήμα, σσ. 6-7)
Αρχίζω εκ της παιδικής ηλικίας. Αι αναμνήσεις εκείναι γράφονται ευκολώτερον. Αι πρώται εντυπώσεις διατηρούνται ζωηρότεραι χαράσσονται εις τας πτυχάς της μνήμης, προτού την θολώσουν αι περιπλοκαί και αι μέριμναι του κατόπιν βίου, ώστε ενθυμούμεθα ακριβέστερον τας λεπτομερείας των παλαιοτέρων συμβάντων. Τα νώτερα επέρχονται και παρέρχονται αλεπάλληλα, και ταχύτερον λησμονούνται. Ούτω και όσα αντκείμενα βλέπομεν διατρέχοντες δια σιδηροδρόμου ευρείας πεδιάδας: τα απέχοντα οικήματα ή δέντρα μας παρακολουθούν επί πολύ, ενώ τα πλησιέστερα μόλις τα διακρίνομεν φεύγοντα βιαίως προς τα οπίσω.
Εν γένει, ο βίος ομοιάζει δια σιδηροδρόμου, ότε καθήμεθα έχοντες τα νώτα προς την μηχανήν. Βλέπομεν τα όρη, τους ανθρώπους. Είτε βραδέως, είτε ταχέως, τα πάντα μένουν οπίσω, καθόσον ημείς προχωρούμεν. Διατηρούμεν κατά το μάλλον ή ήττον συγκεχυμένας τας εντυπώσεις των και γνωρίζομεν εν συνόλω πόσον δρόμον διηνύσαμεν, πόσην απόστασιν διετρέξαμεν. Αλλά δεν βλέπομεν τα προ ημών, δεν γνωρίζομεν οποία προσκόμματα, οποίους κινδύνους ενδέχεται να εύρη α’ιφνης η αμαξοστοιχία, ούτε αν πώς θα φθάσωμεν εις το τέρμα. Και φερόμεθα εν τούτοις προς τα εμπρός με τα νώτα εστραμμένα προς το άδηλον τούτο τέρμα. (Βιβλιοθήκη Νεοελληνικής Γραμματείας, ειδική έκδοση για την εφημ. Το Βήμα, σσ. 6-7)
Σάββατο 30 Απριλίου 2011
Νέο σχολείο, παλαιό σχολείο, Σχολείο;
![]() |
| Θανάση Τσαγκρή, Η άδολη ματιά. |
Από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τους σύγχρονους ερευνητές και μελετητές της φιλοσοφίας, τους κοινωνιολόγους και τους ιστορικούς, από όλους ανεξαιρέτως τους ερευνητές της ανθρώπινης φύσης ομολογείται , ότι ή ασφάλεια και ή πρόοδος της ελεύθερης πολιτείας εδραιώνονται στην πνευματική ανάπτυξη και ηθική μόρφωση των πολιτών, με μια φράση στην «εθνική αγωγή». Και επίσης εξ ορισμού δεχόμαστε ότι αυτή η «εθνική αγωγή» έχει τρία κέντρα, κατ' ανιούσα κλίμακα: την οικογένεια, το σχολείο, την Κοινωνία. Φαίνεται όμως, ότι θεωρούμε κατ΄εξοχήν κέντρο της το σχολείο πιστεύοντας ότι αυτό εξασκεί τη μέγιστη επίδραση και επί των άλλων δύο.
Αυτό ιστορικά αποδεικνύεται (και επαληθεύεται σήμερα) από το ότι προς το σχολείο στρεφόταν πάντοτε η προσοχή των μεγάλων πολιτικών ή εθνικών αναμορφωτών και το σχολείο αναδείχθηκε ό καλύτερος αγρός της εθνικής αναγέννησης μετά από κάθε ταλαιπωρία, εξουθένωση ή και συμφορά.
Ό γάλλος Καρνώ άρχισε προ του 1815 το έργον της εθνικής ανάπλασης «μέσω» και «δια» του σχολείου. Το έργο αυτό ανέκοψε η ήττα του Βατερλώ και στη συνέχεια κατέστησε αναπόφευκτο ή πανωλεθρία του Σεντάν (πόλης της Β. Γαλλίας). Και ό μέγας Φίχτε από τα συντρίμμια της Ιένας (πόλης της κεντρικής Γερμανίας) δημιούργησε την δημοτική εκπαίδευση της Γερμανίας, που απετέλεσε το φυτώριο της εθνικής ενότητας των Γερμανών τα επόμενα πενήντα χρόνια.
Στην Ελλάδα, οι αγωνιστές από την έναρξη του Αγώνα σκέφθηκαν πώς να συμπήξουν και να παγιώσουν την ελευθερία της πατρίδας με εθνικό εργαλείο την Αγωγή. Έτσι η Εθνική Συνέλευση που έγινε στο Άστρος ψήφιζε την ίδρυση σχολείων, ό γέροντας Κοραής έγραφε από το Παρίσι ότι «τότε μόνον δύναται νά καυχηθή το έθνος, ότι έχει φώτα, όταν τα φώτα εινε σκορπισμένα και διαμερισμένα εις όλους τούς πολίτας» και ο διορατικός αλλά ατυχής Καποδίστριας έθετε τις βάσεις μιας στερεής εθνικής αγωγής με κριτήριο τις αληθινές ανάγκες των ανθρώπων που καθοδηγούσε, όπως σοφά με τα ανάλογα κριτήρια είχε σχεδιάσει στα ελβετικά καντόνια.
Ακολούθησαν τα πομπώδη νομοθετήματα περί παιδείας τής βαυαρικής αντιβασιλείας που μεταφυτεύθηκαν από την γερμανική ιδιοσυγκρασία στη λεηλατημένη από τη δουλεία και στερημένη ελληνική ψυχή. Η στοιχειώδης εκπαίδευση (δημοτική) ορίστηκε υποχρεωτική με νόμο του 1834 και πέρασαν πολλά χρόνια (μόλις το 1976) για να ελέγχεται συστηματικά η ελλιπής φοίτηση και η μαθητική διαρροή. Πολλές δεκαετίες πέρασαν από τότε. Σχεδόν κάθε δεκαετία και μία μεταρρύθμιση. Κάθε φορά το εισηγητικό κείμενο για την ψήφισή της διατυπώνει το ίδιο πράγμα: «Η θέληση του ανθρώπου να προοδεύει είναι αναπότρεπτος φυσικός νόμος». Γι΄ αυτό και κάθε προσπάθεια που αποβλέπει σε παρέκκλιση από αυτό το νόμο, οδηγεί τον άνθρωπο σε δυστυχία. Η διαδικασία της αυτοπραγμάτωσης των μελών μιας κοινωνίας χρειάζεται προδιαγεγραμμένο σχέδιο και όχι παραπαίουσα έμπνευση σχολαστικών ή πρωτοποριακών στενών ομάδων ή κύκλων. Κάθε φορά που παρουσιάζεται όμως ζήλος και αγάπη από την επίσημη πολιτεία για την ανάπτυξη της «καθόλου παιδεύσεως τού Έθνους», όπως έλεγαν οι λογοτέχνες μας τον 19ο αι. παρουσιάζονται και όλοι εκείνοι που χρησιμοποιούν τις θέσεις τους για την υπονόμευση της εκπαιδευτικής οργάνωσης. Η ηθική και πολιτική μόρφωση των πολιτών είναι αναπόδραστη ανάγκη σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, όπου ο λαός μετέχει με καθολική ψηφοφορία σε επιλογές των κυβερνώντων, στις ενοχές που προκύπτουν από τις πράξεις τους, στα οράματά τους που τον συνθλίβουν ή τον συνεπαίρνουν. Αν δεν συντελείται μόρφωση, τότε το έθνος που αντιπροσωπεύονται από τον λαό διατρέχει μεγάλο κίνδυνο.
Ο Νουμάς Δροζ, Ελβετός συγγραφέας του 19ου αι. υποστήριζε ότι η ελευθερία που δίνεται σε λαό ατελώς παιδαγωγηθέντα, είναι ίδια με ένα γεμάτο όπλο στα χέρια παράφρονος, που είναι δυνατό και εφικτό να σκοτωθεί.
Ας έχουν λοιπόν «γνώσιν οι φύλακες» της Πολιτείας. Και ας μεριμνήσουν για την οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία σαν να είναι αδιαίρετα και ομοούσια (για να είμαστε και στο πνεύμα των ημερών).
Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
Ελευθέριος Βενιζέλος: την κοινήν γνώμην [...]
Δυστυχώς η εθνική πολιτική της Ελλάδος, σε σχέση τουλάχιστον με την Τουρκία, δεν μας αφήνει και πολλά περιθώρια για να …πέσουμε απ’ τα σύννεφα. [...]
Βρισκόμαστε στο 1930. Μόλις έχει υπογραφεί το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας (με πρωτοβουλία της Ελλάδος). Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προτείνει, το 1934, τον Κεμάλ Ατατούρκ, τον άνθρωπο που κατέσφαξε και υποστήριξε κάθε βιαιοπραγία στη Μικρασιατική καταστροφή,ως υποψήφιο για το Νόμπελ Ειρήνης. Η κίνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου αποσκοπούσε στο να εκφράσει το «ευχαριστώ» του προς τον Κεμάλ, επειδή συνφώνησε και συνυπέγραψε το Σύμφωνο!
Την εποχή εκείνη, ο Κεμάλ είχε να αντιμετωπίσει τους ισλαμιστές που αντιδρούσαν στις μεταρρυθμίσεις του (όπως κατάργηση αραβικού αλφάβητου, οθωμανικού ημερολογίου κ.ά.) και προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα στην πολιτική του με την επιρροή τους. Οι ισλαμιστές έβρισκαν καταφύγιο στην Δυτική Θράκη, όπου οι κεμαλιστές ανάμεσα στον μουσουλμανικό πληθυσμό που εξαιρέθηκε, ήταν μια ασήμαντη μειοψηφία.
Εδώ να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τα κριτήρια (του νικητή Κεμάλ) για τις ανταλλαγές των των πληθυσμών:
1. Οι πληθυσμοί της Δυτικής Θράκης εξαιρέθηκαν με βάση το θρήσκευμα (μουσουλμάνοι) και όχι την όποια εθνική καταγωγή. Πρόκειται δηλαδή για μια θρησκευτική μειονότητα και όχι εθνική.
2. Οι πληθυσμοί της Κωνσταντινούπολης εξαιρέθηκαν με βάση την εθνική καταγωγή (Έλληνες) και όχι το θρήσκευμα (χριστιανοί). Πρόκειται δηλαδή για μια εθνική μειονότητα και όχι θρησκευτική.
Είναι εύληπτο ότι οι ισλαμιστές έβαζαν πάνω απ’ όλα τη θρησκεία τους και μετά την όποια καταγωγή τους. Ήταν δηλαδή, πρώτα μουσουλμάνοι και μετά ο,τιδήποτε άλλο, αποτελώντας έτσι κατάσταση και οντότητα, σύμφωνη με τις επιταγές και το περιεχόμενο της συνθήκης της Λωζάνης.
1. Οι πληθυσμοί της Δυτικής Θράκης εξαιρέθηκαν με βάση το θρήσκευμα (μουσουλμάνοι) και όχι την όποια εθνική καταγωγή. Πρόκειται δηλαδή για μια θρησκευτική μειονότητα και όχι εθνική.
2. Οι πληθυσμοί της Κωνσταντινούπολης εξαιρέθηκαν με βάση την εθνική καταγωγή (Έλληνες) και όχι το θρήσκευμα (χριστιανοί). Πρόκειται δηλαδή για μια εθνική μειονότητα και όχι θρησκευτική.
Είναι εύληπτο ότι οι ισλαμιστές έβαζαν πάνω απ’ όλα τη θρησκεία τους και μετά την όποια καταγωγή τους. Ήταν δηλαδή, πρώτα μουσουλμάνοι και μετά ο,τιδήποτε άλλο, αποτελώντας έτσι κατάσταση και οντότητα, σύμφωνη με τις επιταγές και το περιεχόμενο της συνθήκης της Λωζάνης.
Κατ’ απαίτηση, λοιπόν, του Κεμάλ, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκδιώκει τους αντικεμαλικούς ισλαμιστές από τη Θράκη, αντικαθιστά το αραβικό αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν οι μουσουλμάνοι, με το τουρκικό της κεμαλικής Τουρκίας, και ταυτόχρονα εισάγει από την Τουρκία, βιβλία και δασκάλους για την εκπαίδευση των μουσουλμάνων της Θράκης. Δασκάλους, που στα πλαίσια της «εκπαίδευσης», καλλιεργούσαν την φιλοτουρκική στάση και την τουρκική εθνική συνείδηση στους κόλπους της μουσουλμανικής μειονότητας. Χάριν μάλιστα της ελληνοτουρκικής «φιλίας», ο Βενιζέλος επιβάλλει και τον «εκσυγχρονισμό» της ενδυμασίας των μουσουλμάνων, απαγορεύοντάς τους να φοράνε φέσι και φερετζέ. Το κύριο δηλωτικό δηλαδή της θρησκευτικής τους υπόστασης.
Ο Βενιζέλος μάλιστα, δεν φάνηκε να πτοείται από τις αντιδράσεις του πολιτικού και της κοινής γνώμης, λέγοντας στη Βουλή: «Την κοινήν γνώμην, αν δεν την έχω σύμφωνον, εννοώ να τη διαπαιδαγωγήσω και όχι να παρασύρομαι από αυτήν».
Πηγές: Εθνικόν Ίδρυμα Ελευθέριος Βενιζέλος, απ' όπου η φωτογραφία που απεικονίζει την ιερουργία και την ταφή νεκρών της καταστροφής και ιστολόγιο:http://www.pare-dose.net/?p=3587
Vladimir Kush
Πρόκειται για ένα σύγχρονο ζωγράφο, γεννημένο στη Ρωσσία το 1965. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι εκφράζει τον «μεταφυσικό ρεαλισμό». Εγώ λέω: Ελάτε να δούμε και να συζητήσουμε γι' αυτή την τεχνοτροπία που με ιδιοτυπία αποτυπώνει οικείες εικόνες απλών πραγμάτων της καθημερινότητας. Γράψετε τα σχόλιά σας, αφού όμως προηγουμένως δείτε την ιστοσελίδα του.
Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011
O Ελληνισμός της Ελβετίας και η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου
Στη Γενεύη γιόρτασε χθες ο Ελληνισμός της Ελβετίας την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου. Ο εορτασμός περιελάμβανε κατάθεση στεφάνου στην προτομή του μεγάλου φιλέλληνα Ζαν Γκαμπριέλ Εϊνάρ, δοξολογία στον Ιερό Ναό του Αποστόλου Παύλου στο Σαμπεζί και απαγγελία ποιημάτων από τους μαθητές του ελληνικού σχολείου Γενεύης. Στην τελετή κατάθεσης στεφάνου στην προτομή του τραπεζίτη Ζαν Γκαμπριέλ Εϊνάρ, που κινητοποίησε το φιλελληνικό στοιχείο της Eλβετίας και της Ευρώπης γενικότερα για την ηθική και υλική στήριξη της ελληνικής επανάστασης και του νεότευκτου κράτους υπό τον κυβερνήτη Καποδίστρια, μίλησαν ο πρόεδρος του ελληνο-ελβετικού συλλόγου Γενεύης «Jean Gabriel Eynard», Διονύσης Μυλωνάς, και η δήμαρχος της Γενεύης, Σαντρίν Σαλερνό, η οποία τόνισε ότι η Ευρώπη θα πρέπει να δείξει μεγαλύτερη αλληλεγγύη προς την Ελλάδα, που περνάει σήμερα δύσκολες στιγμές. Στη δοξολογία, ο γενικός πρόξενος, Ν. Μπάζας, ανέγνωσε το εορταστικό μήνυμα του Πρόεδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια, προς τους απόδημους Έλληνες. Στις εορταστικές εκδηλώσεις παρέστησαν ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδος στον ΟΗΕ Γενεύης, πρέσβης Γεώργιος Κακλίκης, η δήμαρχος της Γενεύης, Σαντρίν Σαλερνό, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδος στη Γενεύη, Νικόλαος Μπάζας, ο μητροπολίτης Ελβετίας Ιερεμίας, εκπρόσωποι των ομογενειακών συλλόγων της Γενεύης και πλήθος Ελλήνων που ζουν στην ελβετική πόλη.
Με την ευκαιρία του εορτασμού της εθνικής επετείου, ο Σύλλογος Ελληνίδων Κυριών Γενεύης διοργανώνει αύριο ομιλία του καθηγητή Πολιτικής και Πολιτισμικής Γεωγραφίας στη Σορβόννη και στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών στο Παρίσι, Γεωργίου - Στυλιανού Πρεβελάκη, με θέμα «Από την Επανάσταση στο Κράτος: ο ρόλος της Αθήνας»
Διαβάστε περισσότερα: http://www.i-reportergr.com/2011/03/25_3578.html#ixzz1HvNSsnib
Με την ευκαιρία του εορτασμού της εθνικής επετείου, ο Σύλλογος Ελληνίδων Κυριών Γενεύης διοργανώνει αύριο ομιλία του καθηγητή Πολιτικής και Πολιτισμικής Γεωγραφίας στη Σορβόννη και στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών στο Παρίσι, Γεωργίου - Στυλιανού Πρεβελάκη, με θέμα «Από την Επανάσταση στο Κράτος: ο ρόλος της Αθήνας»
Διαβάστε περισσότερα: http://www.i-reportergr.com/2011/03/25_3578.html#ixzz1HvNSsnib
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011
"history boys" και ελληνική πραγματικότητα

Τι είναι η ιστορία;"... "Ένα γαμημένο πράγμα μετά από το άλλο" απαντάει ένας από τους οκτώ μαθητές κάποιου σχολείου του Sheffield σε ερώτηση της καθηγήτριας. Είναι αρχές της δεκαετίας του '80 και αυτοί οι μαθητές προετοιμάζονται για να δοκιμάσουν την τύχη τους στην απόκτηση μιας πολυπόθητης θέσης στα πανεπιστήμια του Cambridge ή Oxford. Ένας νέος καθηγητής αναλαμβάνει να μεταβάλει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης που ως καταβολές έχει η ομάδα. Οι μέθοδοί του διαφέρουν από τις μεθόδους του πληθωρικού καθηγητή που ως τώρα είχαν τα παιδιά, ο οποίος παρουσιάζει μια ιδιαίτερη έλξη για τους μαθητές του. Από το θέατρο και με πληθώρα βραβείων έρχεται το «The History Boys», με τον Alan Bennet να υπογράφει και το σενάριο της ταινίας και τον δημιουργό του εξαιρετικού «Center Stage» να κρατάει τα σκηνοθετικά ηνία. Με διθυραμβικές ως επί το πλείστον κριτικές από το Βρετανικό τύπο, η επιτυχία της ταινίας φαίνεται σίγουρη, τουλάχιστον στην Αγγλία. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες ολόκληρου του cast και ιδίως του Richard Griffiths. Από την άλλη ο σκηνοθέτης δεν κατορθώνει να αποφύγει τη στατικότητα που αποκαλύπτει την θεατρική προέλευση του εγχειρήματος και η ταινία δε μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα από το παρελθόν της. Αυτή η Αγγλική εκδοχή του «Dead Poet's Society» με το έντονο gay twist κατά καιρούς κουράζει με το διανοουμενίστικο χαρακτήρα της όταν μάλιστα κάποια στοιχεία προβάλλονται με κατ' εξοχήν και απολύτως επιμελημένο θετικό τρόπο. Μπορεί κάποιες σκηνές, όπως αυτή της εκμάθησης της Γαλλικής υποτακτικής υπό την προσποίηση των μαθητών ότι βρίσκονται σε οίκο ανοχής ή αυτή της επίσκεψης στο γειτονικό αρχαιολογικό χώρο να ξεχωρίζουν, το σίγουρο είναι πάντως ότι το «The History Boys» "δεν πρόκειται να γράψει ιστορία" υποστηρίζει το cinemanews. Τέλος πάντων, δείτε το. κακό δεν κάνει να το γνωρίζετε, όσοι σαν εμένα προετοιμάζουμε παιδιά στην ιστορία!!!
Ο Σόλων ο Αθηναίος και η πολιτική του σκέψη ΙΙ
Στον λαό έδωσα τόσα δικαιώματα, ώστε να αρκούν, χωρίς ούτε να αφαιρέσω ούτε να προσθέσω τίποτα από την εξουσία. Αλλά και για όσους είχαν δύναμη και ήταν θαυμαστοί για τα χρήματά τους και γι’ αυτούς προνόησα να μην έχουν τίποτα το άδικο.Τοποθετήθηκα ανάμεσά τους, αφού παρενέβαλα ισχυρή ασπίδα και για τους δυο, και δεν επέτρεψα να υπερισχύσει με άδικα μέσα ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. […] Ο λαός έτσι θα μπορούσε ν’ ακολουθήσει άριστα τους νέους άρχοντες, χωρίς ούτε να χαλαρώσει πολύ ούτε να καταναγκασθεί. Γιατί η πλεονεξία γεννά την έπαρση, όταν ακολουθεί πολύς πλούτος. σ’ όσους ανθρώπους δεν υπάρχει σωστός νους. […]
Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Από το ΒΗΜΑ της Κυριακής:
«Ένα παλατάκι για τους μετανάστες
ΜΑΡΙΑ ΘΕΡΜΟΥ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Επανάσταση στην αθηναϊκή αρχιτεκτονική των αρχών του 20ού αιώνα αλλά και στον τομέα των εξυπηρετήσεων προς τους κατοίκους του είχε φέρει το Μέγαρο Λιβιεράτου (1906- 1909) που χτίστηκε από τον νεαρό τότε αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Νικολούδη , άρτι αφιχθέντα εκ Παρισίων, όπου είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Εcole des Βeaux-Αrts. Σε ένα εξαιρετικό σημείο της Αθήνας (Πατησίων και Ηπείρου), απέναντι από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, και σε ένα γωνιακό, άρα προνομιούχο οικόπεδο, ο Νικολούδης είχε εφαρμόσει όσα έμαθε στη γαλλική πρωτεύουσα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κτίριο με τα πομπώδη, μορφολογικά στοιχεία του νεο-μπαρόκ, πολύ μακριά από την κυρίαρχη ως τότε μορφολογία των αστικών κατοικιών του αθηναϊκού νεοκλασικισμού.
Το επιβλητικό θύρωμα της εισόδου, η γωνιακή ημικυκλική κόγχη του πρώτου ορόφου, ο κυκλικός εξώστης και το καμπύλο στηθαίο που κορυφωνόταν σε ένα επιβλητικό έμβλημα- κατέπεσε στον σεισμό του 1981-, περίτεχνα κιγκλιδώματα και μεταλλικά εξαρτήματα είναι τα στοιχεία αυτού του μεγάρου.
Μεγάλο σαλόνι, καθιστικό, τραπεζαρία, γραφείο, βιβλιοθήκη, καπνιστήριο και μπιλιάρδο διέθετε το μέγαρο στο υπερυψωμένο ισόγειό του. Τα υπνοδωμάτια βρίσκονταν στον όροφο- εκείνο της οικοδέσποινας μεγαλύτερο όλων με μικρό σαλόνι ή μπουντουάρ-, ενώ δικό τους δωμάτιο είχαν και τα παιδιά, με ιδιαίτερο χώρο μελέτης ή παιχνιδιού. Η κατοικία αυτή εξάλλου έφερε επανάσταση και στον τομέα των παροχών, αφού οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις της, το ζεστό νερό και το τηλέφωνο ήταν πρωτοφανή για τα αθηναϊκά δεδομένα της εποχήςκαι όχι μόνο-, ενώ οι χώροι υγιεινής μαρτυρούν το υψηλό βιοτικό επίπεδο των ιδιοκτητών της.
Αυτή η κατοικία των 1.200 τ.μ. σχεδιάστηκε για τον πλούσιο κεφαλλονίτη επιχειρηματία Γεράσιμο Λιβιεράτο, ο οποίος είχε τη βιομηχανία τεχνητής μετάξης ΕΤΜΑ. Η πρόσφατη αποκατάστασή του έχει επαναφέρει το εγκαταλελειμμένο επί δεκαετίες μέγαρο στην αρχική νεο-μπαρόκ μορφή του.»
Αχ, να μην είμαι λαθρο-μετανάστης, να μου επιτραπεί η είσοδος στην ιστορία μου!
Δείτε
Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011
Οδυσσέας Ελύτης, Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971)
Ο ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ (1971)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο ΗΛΙΟΣ
ΑΝΕΜΟΙ
ΚΟΡΙΤΣΙ
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο
Φωτιά 'ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.
Ο ΗΛΙΟΣ
Ε σεις στεριές και θάλασσες
τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του αλλού πελάγου
κόκκινα κίτρινα σπαρτά
νερά πράσινα κι άπατα
«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές
με τους λοξάτους πετεινούς
και με τα κουκουρίκου τους!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Εμείς ψωμί δεν έχουμε
και τέτοια δεν κατέχουμε
Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
κι ανάσα δεν επήραμαν.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Φύγανε τα πουλιά γι' άλλου
μα εγώ στο κύμα του γιαλού
θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ' αποσώσω δεν μπορώ.
ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Τέσσερις μήνες χτίζουμε
και τους οχτώ γκρεμίζουμε
και κάθε γινωμένη ελιά
στοιχίζει και μια φαμελιά.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Όνειρο πόκανα κρυφά
για τα παιδιά π' ανάθρεφα
Ποιος το 'λεγε πως θε να μου
τα στείλουνε του σκοτωμού.
ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Άλλος εβγήκε απ' τα βουνά
κι άλλος απ' τα πλεούμενα
με το πουκάμισο χακί
κατάρα οι ξένοι κι οι εδικοί.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε
το φως το κόκκινο έριξε
Πήραν να καίγονται οι κορφές
κι όλες οι πάνω γειτονιές.
Ο ΗΛΙΟΣ
Ωρ'τι 'ναι τούτ' η αποκοτιά
bre sy Bori;a bre sy Noti;a
Πουνέντε και Λεβάντε μου
ένα ραπόρτο κάντε μου.
ΑΝΕΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Θέλω καράβια σπρώχνω θέλω σταματώ
Τα δυο βουνά χωρίζω και τα περπατώ
Μες στις αγάπες μπαίνω και ζαλίζομαι
κι από τα μυστικά τους αντραλίζομαι
Σ' όλους το παραγγέλνω σ' όλους το μηνώ
Τρώγεται ο νους του ανθρώπου μόνο αλίμονο.
ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό
Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται
Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.
ΑΝΕΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Κάμποι της Σαλονίκης κι όρη του Μοριά
που 'ν' τα παρμένα κάστρα που 'ναι τα χωριά
Μες στον αέρα κοίτα μισοφέγγαρο
κοίτα κορίτσι πράμα που να το χαρώ
Δευτέρα μεγαλώνει Τρίτη πολεμά
Τετάρτη γονατίζει Πέμπτη ξεψυχά.
ΑΝΕΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
Ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί
Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
Μήτε Θεός μήτ' άλλος δεν τον σταματά
Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν
Όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Παράπονα κι αθιβολές
γύρισε ο κόσμος τρεις φορές
Γιόμα βραδύ μεσάνυχτα
κι όλα τα δώματα ανοιχτά
Στ' αλώνια και στις εμπατές
ξυπνούν οι ελαφροΐσκιωτες
σύρνουν ανάβουνε μαλλί
στων αστεριών τη χόβολη
και τους μικρούς αγγέλους σταμ
ατάν και παίζουν αμ στραμ νταμ
Καημέ που πάρα εβάρυνες
τον κόσμο δεν εμάρανες
Τα μαύρα λεν και τ' άσπρα σου
οι άνεμοι κι όλο τα φυσούν
Κι ένα κορίτσι εννιά χρονώ
για λόγου τραγουδά ολονώ.
ΚΟΡΙΤΣΙ
Δύο συ και τρία γω
πράσινο πεντόβολο
μπαίνω μέσα στον μπαξέ
γεια σου κύριε Μενεξέ
Σιντριβάνι και νερό
και χαμένο μου όνειρο
Τζίντζιρας τζιντζίρισε
το ροδάνι γύρισε
Χοπ αν κάνω δεξιά
πέφτω πάνω στη ροδιά
Χοπ αν κάνω αριστερά
πάνω στη βατομουριά
Το 'να χέρι μου κρατεί
μέλισσα θεόρατη
τ' άλλο στον αέρα πιάνει
πεταλούδα που δαγκάνει.
ΧΟΡΟΣ
Βότσαλο μέσα στα νερά
του κοριτσιού η αποθυμιά
Κύκλοι και πως ανοίγουνε
και με τα σένα σμίγουνε
ψηλά στη γλάστρα του βουνού
χρυσό γεράνι τ' ουρανού
Ήλιε μου και τρισήλιε μου
ένα σου λόγο στείλε μου.
ΑΝΕΜΟΙ
Άκου κι εμάς που μόλις εγυρίσαμε
νησιά και πολιτείες που γνωρίσαμε
Κρήτη και Μυτιλήνη Σάμο κι Ικαριά
Νάξο και Σαντορίνη Ρόδο Κέρκυρα
Σπίτια μεγάλα κι άσπρα σπίτια βουερά
πάνω στη μαύρη πέτρα πάνω στα νερά
Ξάνθη Θεσσαλονίκη Βέροια Καστοριά
Γιάννενα Μεσολόγγι Σπάρτη και Μιστρά
Καμπαναριά και στέγες μες στη συννεφιά
κι όλα μαζί μια λύπη και μιαν ομορφιά.
Ο ΗΛΙΟΣ
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα
Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται
Κάνει να πάρει πέτρα τηνε παρατά
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους
Πέντε μεγάλους βγάνει πάνω τους βαρεί
Να λείψουν απ' τη μέση τους δοξολογεί.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση
κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί
Μα 'ρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα
τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βίος
κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά
του τηνε παίρνουνε κι αυτή
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει «εγώ» κι «εσύ»
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
λίγο το στόμα του άνοιξε
κι ευθύς εμύρισε άνοιξη
Τα δέντρα κελαηδήσανε
τα ζωντανά σουνίσανε
κι οι άνεμοι χρωματιστούς
γεμίσανε χαρταετούς.
Ο ΗΛΙΟΣ
Τι να σας πω γυναίκες τι να μη σας πω
παρηγοριά κι αλήθεια που να μην ντραπώ
Μόνο να σας ακούω πότε θλίβομαι
πιάνω τα σκοτεινά στα νέφη κρύβομαι
Πότε μα το Θεό περηφανεύομαι
βάζω τα κόκκινα μου και πορεύομαι
Στα χώματα όπου η ρίζα μ' αφουκράστηκε
γύρισε τ' άνθος κι από μένα πιάστηκε
Με το φαρμάκι δένει κόμπο στα κρυφά
το γιατρικό που σώζει κι όλ' η ομορφιά
Το φως όπου σηκώνω και τον έρωτα
έννοια σας μήτ' εγώ δεν τα 'χω απλέρωτα
Μέσα μου ρίχνει ο χρόνος ασταμάτητα
του κόσμου όλα τα βρόμικα και τ' άπλυτα
Κι όσον καιρό κρεμιέμαι πάνω απ' τα νερά
κι όσον περνώ στα μακρινά τα Τάρταρα
Τυραγνίες ζηλοφθονίες φόνους παιδεμούς
τ' αλέθω για τους χρόνους τους μελλούμενους
Τ' αλέθω τα γυρίζω και τα πάω στη γη
που 'δωσε το σκοτάδι φως για να το πιει
Κουράγιο περιστέρες και ανεμώνες μου
Οι ωραίες κι οι συντροφιαστές κι οι μόνες μου
Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται
Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε
Σ' ευλογημένη μέρα βγάζει το κακό
σε δημοσιά πλατιά το στενοσόκακο
Κι είναι στη σκοτεινιά και στην ερήμωση
όπου ριζώνει κι ευωδιάζει η θύμηση
Ρίζα πικρή μου ρίζα και κρυφή πηγή
δώσε την περηφάνια πάρε την οργή
Σ' όλα τα σπίτια σ' όλα τα παράθυρα
δάφνες και κουμαριές και φοινικόκλαρα
Σ' ένα μακρύ τραπέζι κόκκινο κρασί
νέοι και γέροι κι άντρες ξεμανίκωτοι
Πάρτε μεράκι φλόγα λόγο μάλαμα
πάρτε μικρό λαγούτο πάρτε μπαγλαμά
Ν' αρχίσει το τραγούδι ν' ανεβεί ο καημός
να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός
Τι με το «χα» και με το «νο» και με το «νται»
όλα του κόσμου τ' άδικα ξε-χά-νο-νται.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο ΗΛΙΟΣ
ΑΝΕΜΟΙ
ΚΟΡΙΤΣΙ
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο
Φωτιά 'ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.
Ο ΗΛΙΟΣ
Ε σεις στεριές και θάλασσες
τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του αλλού πελάγου
κόκκινα κίτρινα σπαρτά
νερά πράσινα κι άπατα
«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές
με τους λοξάτους πετεινούς
και με τα κουκουρίκου τους!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Εμείς ψωμί δεν έχουμε
και τέτοια δεν κατέχουμε
Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
κι ανάσα δεν επήραμαν.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Φύγανε τα πουλιά γι' άλλου
μα εγώ στο κύμα του γιαλού
θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ' αποσώσω δεν μπορώ.
ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Τέσσερις μήνες χτίζουμε
και τους οχτώ γκρεμίζουμε
και κάθε γινωμένη ελιά
στοιχίζει και μια φαμελιά.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Όνειρο πόκανα κρυφά
για τα παιδιά π' ανάθρεφα
Ποιος το 'λεγε πως θε να μου
τα στείλουνε του σκοτωμού.
ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Άλλος εβγήκε απ' τα βουνά
κι άλλος απ' τα πλεούμενα
με το πουκάμισο χακί
κατάρα οι ξένοι κι οι εδικοί.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε
το φως το κόκκινο έριξε
Πήραν να καίγονται οι κορφές
κι όλες οι πάνω γειτονιές.
Ο ΗΛΙΟΣ
Ωρ'τι 'ναι τούτ' η αποκοτιά
bre sy Bori;a bre sy Noti;a
Πουνέντε και Λεβάντε μου
ένα ραπόρτο κάντε μου.
ΑΝΕΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Θέλω καράβια σπρώχνω θέλω σταματώ
Τα δυο βουνά χωρίζω και τα περπατώ
Μες στις αγάπες μπαίνω και ζαλίζομαι
κι από τα μυστικά τους αντραλίζομαι
Σ' όλους το παραγγέλνω σ' όλους το μηνώ
Τρώγεται ο νους του ανθρώπου μόνο αλίμονο.
ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό
Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται
Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.
ΑΝΕΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Κάμποι της Σαλονίκης κι όρη του Μοριά
που 'ν' τα παρμένα κάστρα που 'ναι τα χωριά
Μες στον αέρα κοίτα μισοφέγγαρο
κοίτα κορίτσι πράμα που να το χαρώ
Δευτέρα μεγαλώνει Τρίτη πολεμά
Τετάρτη γονατίζει Πέμπτη ξεψυχά.
ΑΝΕΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
Ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί
Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
Μήτε Θεός μήτ' άλλος δεν τον σταματά
Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν
Όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Παράπονα κι αθιβολές
γύρισε ο κόσμος τρεις φορές
Γιόμα βραδύ μεσάνυχτα
κι όλα τα δώματα ανοιχτά
Στ' αλώνια και στις εμπατές
ξυπνούν οι ελαφροΐσκιωτες
σύρνουν ανάβουνε μαλλί
στων αστεριών τη χόβολη
και τους μικρούς αγγέλους σταμ
ατάν και παίζουν αμ στραμ νταμ
Καημέ που πάρα εβάρυνες
τον κόσμο δεν εμάρανες
Τα μαύρα λεν και τ' άσπρα σου
οι άνεμοι κι όλο τα φυσούν
Κι ένα κορίτσι εννιά χρονώ
για λόγου τραγουδά ολονώ.
ΚΟΡΙΤΣΙ
Δύο συ και τρία γω
πράσινο πεντόβολο
μπαίνω μέσα στον μπαξέ
γεια σου κύριε Μενεξέ
Σιντριβάνι και νερό
και χαμένο μου όνειρο
Τζίντζιρας τζιντζίρισε
το ροδάνι γύρισε
Χοπ αν κάνω δεξιά
πέφτω πάνω στη ροδιά
Χοπ αν κάνω αριστερά
πάνω στη βατομουριά
Το 'να χέρι μου κρατεί
μέλισσα θεόρατη
τ' άλλο στον αέρα πιάνει
πεταλούδα που δαγκάνει.
ΧΟΡΟΣ
Βότσαλο μέσα στα νερά
του κοριτσιού η αποθυμιά
Κύκλοι και πως ανοίγουνε
και με τα σένα σμίγουνε
ψηλά στη γλάστρα του βουνού
χρυσό γεράνι τ' ουρανού
Ήλιε μου και τρισήλιε μου
ένα σου λόγο στείλε μου.
ΑΝΕΜΟΙ
Άκου κι εμάς που μόλις εγυρίσαμε
νησιά και πολιτείες που γνωρίσαμε
Κρήτη και Μυτιλήνη Σάμο κι Ικαριά
Νάξο και Σαντορίνη Ρόδο Κέρκυρα
Σπίτια μεγάλα κι άσπρα σπίτια βουερά
πάνω στη μαύρη πέτρα πάνω στα νερά
Ξάνθη Θεσσαλονίκη Βέροια Καστοριά
Γιάννενα Μεσολόγγι Σπάρτη και Μιστρά
Καμπαναριά και στέγες μες στη συννεφιά
κι όλα μαζί μια λύπη και μιαν ομορφιά.
Ο ΗΛΙΟΣ
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα
Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται
Κάνει να πάρει πέτρα τηνε παρατά
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους
Πέντε μεγάλους βγάνει πάνω τους βαρεί
Να λείψουν απ' τη μέση τους δοξολογεί.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση
κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί
Μα 'ρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα
τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βίος
κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά
του τηνε παίρνουνε κι αυτή
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει «εγώ» κι «εσύ»
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
λίγο το στόμα του άνοιξε
κι ευθύς εμύρισε άνοιξη
Τα δέντρα κελαηδήσανε
τα ζωντανά σουνίσανε
κι οι άνεμοι χρωματιστούς
γεμίσανε χαρταετούς.
Ο ΗΛΙΟΣ
Τι να σας πω γυναίκες τι να μη σας πω
παρηγοριά κι αλήθεια που να μην ντραπώ
Μόνο να σας ακούω πότε θλίβομαι
πιάνω τα σκοτεινά στα νέφη κρύβομαι
Πότε μα το Θεό περηφανεύομαι
βάζω τα κόκκινα μου και πορεύομαι
Στα χώματα όπου η ρίζα μ' αφουκράστηκε
γύρισε τ' άνθος κι από μένα πιάστηκε
Με το φαρμάκι δένει κόμπο στα κρυφά
το γιατρικό που σώζει κι όλ' η ομορφιά
Το φως όπου σηκώνω και τον έρωτα
έννοια σας μήτ' εγώ δεν τα 'χω απλέρωτα
Μέσα μου ρίχνει ο χρόνος ασταμάτητα
του κόσμου όλα τα βρόμικα και τ' άπλυτα
Κι όσον καιρό κρεμιέμαι πάνω απ' τα νερά
κι όσον περνώ στα μακρινά τα Τάρταρα
Τυραγνίες ζηλοφθονίες φόνους παιδεμούς
τ' αλέθω για τους χρόνους τους μελλούμενους
Τ' αλέθω τα γυρίζω και τα πάω στη γη
που 'δωσε το σκοτάδι φως για να το πιει
Κουράγιο περιστέρες και ανεμώνες μου
Οι ωραίες κι οι συντροφιαστές κι οι μόνες μου
Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται
Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε
Σ' ευλογημένη μέρα βγάζει το κακό
σε δημοσιά πλατιά το στενοσόκακο
Κι είναι στη σκοτεινιά και στην ερήμωση
όπου ριζώνει κι ευωδιάζει η θύμηση
Ρίζα πικρή μου ρίζα και κρυφή πηγή
δώσε την περηφάνια πάρε την οργή
Σ' όλα τα σπίτια σ' όλα τα παράθυρα
δάφνες και κουμαριές και φοινικόκλαρα
Σ' ένα μακρύ τραπέζι κόκκινο κρασί
νέοι και γέροι κι άντρες ξεμανίκωτοι
Πάρτε μεράκι φλόγα λόγο μάλαμα
πάρτε μικρό λαγούτο πάρτε μπαγλαμά
Ν' αρχίσει το τραγούδι ν' ανεβεί ο καημός
να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός
Τι με το «χα» και με το «νο» και με το «νται»
όλα του κόσμου τ' άδικα ξε-χά-νο-νται.
Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011
Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010
Ηλίας Θωμά Ανδρακάκος
"ΠΑΠΑ-ΒΛΑΧΑΒΑΣ Λίγο πριν ροδίσει η αυγή"
Κριτική παρουσίαση θεατρικού έργου
Ο Ηλίας Θ. Ανδρακάκος, γεννήθηκε στην Πάνιτσα (σημερινή Μυρσίνη) της Λακωνίας το 1925. Η Μάνα, η μάνα του ήταν η Βασιλική Χαρτοκόλλη από το Δυρό. Ήσυχη και πραεία γυναίκα έδωσε σ’ αυτόν και τ’ αδέρφιά του τη λεβεντιά και την ακεραιότητα του τόπου τους έχοντας το σεβασμό στην καρδιά για το σόϊ του άντρα της και τη συναίσθηση της ευθύνης της μανιάτισσας μάνας, όπως όλες οι γυναίκες της Μάνης. Η ιδιαίτερη πατρίδα του - κάποτε κεφαλοχώρι με ημιγυμνάσιο και ειρηνοδικείο-είναι ένας τόπος που το νερό και το λάδι της φαίνεται πως έφτιαχναν τη στόφα κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων. Οι τεράστιες βελανιδιές και τα πλατάνια, οι αγριομουριές και οι συκιές και τα κυπαρίσσια κουβέντιαζαν την ιστορία της φυλής μας και με τα δικά τους παραμύθια μεγάλωναν τα παιδιά της περιοχής που ονειρεύονταν τη ζωή από τα πέτρινα σπίτια τους με τις πολεμίστρες. Κι έτσι μόνο δικαιολογείται πώς η χαρούμενη και παιγνιώδης διάθεση που διακρίνει τους Μανιάτες σε πολλές τους αντιδράσεις και επιλογές συνδυάζεται με το τραγικό και ισορροπεί στα τραγούδια του γάμου και τα μοιρολόγια τους. Ο τόπος της καταγωγής και ο αέρας, οι φήμες της ντόπιας ιστορίας και η ιδιαίτερη ευαισθησία του, η μεγάλη οικογένεια με τα πολλά ξαδέρφια που μεγαλώνουν κι ονειρεύονται όλα μαζί κι αγαπιούνται και αναγνωρίζονται σαν να είναι πρωτοξάδερφα κι αποκτούν όλα μαζί το αίσθημα του χρέους και τους υψηλούς στόχους για τη ζωή, το ανήσυχο πνεύμα του, όλα αυτά έδωσαν στον Ηλία Ανδρακάκο την πρώτη ύλη για να πλάσει ένα χαρακτήρα κοινωνικό, φιλοσοφημένο, ανθρωπιστή. Ασχολήθηκε, κυριευμένος από έναν έρωτα μανικό, με κάθε τι ιστορικό που είχε την αρχή και το τέλος του στην ιστορία του τόπου μας με μιαν απόλυτη προσήλωση στην ελληνική επανάσταση. Η σχέση του μαζί της ήταν σαν ένα τάξιμο. Αν και ασχολήθηκε και με άλλα κομμάτια της ελληνικής πολεμικής ζωής εν τούτοις η ελληνική επανάσταση, οι ήρωες-χαρακτήρες του 1821 έμοιαζαν μοναδικοί σχεδόν έξω από τα ανθρώπινα μέτρα γι’ αυτόν και γι’ αυτό δεν τους αφοσιωνόταν και δεν τους εξιδανίκευε. Σκοπό του είχε να τους φέρει ανάμεσά μας, να μας τους γνωρίσει για να γεννηθούν καινούργιοι σαν κι αυτούς. Ο συγγραφέας έλεγε συχνά για τους αγωνιστές του 1821 καθώς τους μελετούσε: Νομίζω ότι τους ακούω να κουβεντιάζουν».
Έγραψε τον Ησαΐα των Σαλώνων, τον Ιωσήφ Προγκών, εργασίες-μελέτες για τους Υδραίους και την επανάσταση του 1821, μετέφρασε των Άσμα Ασμάτων στη νεοελληνική, συνέθεσε ένα θεατρικό έργο με θέμα: Σμύρνη 1919-1922.
Αυτή η σταθερή ευαισθησία του για γνήσιες καταστάσεις τον καθιστούσε ευαίσθητο στα μηνύματα της κοινωνικής ιστορίας του τόπου μας που δύσκολα γίνονται αντιληπτά από εκείνους που υποτάσσονται με ευκολία σε ετεροκίνητες πολιτικές ιδεολογίες. Με επίγνωση λοιπόν αυτής της δυσκολίας, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν τόσα πολλά και εντυπωσιακά ακούγονται και γράφονται στις μέρες μας, ο συγγραφέας Ηλίας Θ. Ανδρακάκος αφήνει παρακαταθήκη ένα γνήσιο υπόδειγμα έντιμης σκέψης και συνεπούς εξωτερίκευσής της, απαλλαγμένης από κάθε ίχνος υστερόβουλης προσποίησης για την υπηρέτηση οποιασδήποτε σκοπιμότητας. Θεωρεί τον εαυτό του «χρεώστη» στους Σάθα, Κασομούλη, Τερτσέτη, Παπαρηγόπουλο, Κανδηλώρο, Pouqueville και άλλους μελετητές για τη δυνατότητα που του παρείχαν να παρουσιάσει το θέμα του τεκμηριωμένο ιστορικά και ειδικότερα «χρεώστης» αυτοχαρακτηρίζεται προς όσους αγάπησαν τον ΠΑΠΑ - ΒΛΑΧΑΒΑ.
Ο συγγραφέας λέει ενδεικτικά σε κάποια γραφή του: «Τους επαίνους συγκρατώ γλυκειές γεύσεις και τις επικρίσεις διδαχτικά βιώματα».
Το έργο παρουσιάστηκε στο πανελλήνιο με αφορμή τα εκατόν πενήντα χρόνια από τον Αγώνα υπό την αιγίδα της Εκκλησίας της Ελλάδας για πρώτη φορά στα 1971. Παρουσιάζεται σ’ αυτό ως κεντρικό θέμα η προσωπικότητα και η δράση του ιερέα Ευθύμιου Βλαχάβα, του Παπαθύμιου και προβάλλεται ιδιαίτερα το τραγικό του δίλημμα: Αφενός, η άσκηση της ιερατικής διακονίας χωρίς καμία ανάμιξη σε συγκρούσεις και βιαιότητες και αφετέρου, η εθνική επιταγή για τη συμμετοχή στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα της πατρίδας. Η υπόθεση του αγώνα ήταν ριζωμένη στην καρδιά του Παπαθύμιου από τα παιδικά του χρόνια, αφού η οικογένειά του, όπως και άλλοι, συμμετείχε ενεργά σε πράξεις αντικαθεστωτικές που προκαλούσαν το οθωμανικό καθεστώς σ’ ολόκληρη την κατεχόμενη Ελλάδα
Ο συγγραφέας διακρίνεται για την γοργή εξέλιξη των θεματικών στόχων του έργου του. Αυτό ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία του. Άνθρωπος αεικίνητος, με γοργή, κοφτή, παιχνιδίζουσα αλλά αποφασιστική ομιλία. Βλέμμα διεισδυτικό που προέρχεται από μυαλό διορατικό και ευθύστροφο όπως και οι χαρακτήρες που προβάλλονται στο έργο του. Απηχώντας τη δική του προσωπικότητα, το αεικίνητον, το ευθύβολο και το οξυδερκές του χαρακτήρα του δημιουργεί εναργείς σκηνές που αυτονομούνται σε 12 εικόνες και τρεις πράξεις. Ταυτοχρόνως η δραματοποίηση των θεμάτων και των καταστάσεων συντελείται όχι μόνο με τον λόγο αλλά και μέσα από αυτόν έτσι ώστε ο θεατής, ως ακροατής και δέκτης ενός λεκτικού μηνύματος να συνειδητοποιεί ότι η δράση δεν ανήκει μόνο σε μια εποχή αλλά εντάσσεται διαχρονικά σε κάθε εποχή και άνθρωπο, σε κάθε μεγάλο ανθρώπινο ζήτημα που αφορά τους πολλούς και είναι ευθύνη του ενός ή και καθενός.
Σε μια εποχή που οι χαρακτήρες ως πρότυπα λείπουν, που η τάση της κοινωνίας είναι να αναπαράγει αδύναμα ανθρώπινα όντα χωρίς αντοχή και κρίση, που η έννοια της παγκοσμιοποίησης απέχει από τα οράματα του ανθρωπισμού, που κυριαρχεί η προκρούστεια λογική της ισότητας το έργο του Ηλία Ανδρακάκου έρχεται να εγείρει τη συνείδηση μας που τελεί εν υπνώσει και ο λόγος του να παρωθήσει παιδαγωγικά μικρούς και μεγάλους προς το μεγάλο βήμα της προσωπικής αλλαγής, της αυτογνωσίας με κεντρικό άξονα εκείνον της εναντίωσης στο ευτελές και το απλοϊκό. Ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται καλύτερα από το ότι οι χαρακτήρες του έργου του παρουσιάζονται σαφείς και ολοκληρωμένοι. Καθώς σκιαγραφούνται μέσα από λόγο ή πράξη, προβάλλονται ξαφνικά τόσο απότομα, που κόβουν την ανάσα. Συμπλέουν με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνει ο ένας τη δυνατότητα με τη σειρά του να αναδεικνύεται ο άλλος. Αυτό το δύσκολο εγχείρημα διασώζεται από την κοινή τους ιστορία, το κοινό πάθος, τον κοινό κίνδυνο και τον θάνατο. Η συνείδηση του μικρού και συγχρόνως μεγάλου «σύμπαντος» που στήνει μία κοινωνία και το κάθε μέλος της με τον κοινωνικό του περίγυρο ή και την οικογένειά του για να κοσμήσει το χάος, αυτό το «ον εκ του μη όντος»!
Ο Παπά-Βλαχάβας συντάσσεται με την ομόνοια και την ενότητα, είναι ταπεινός και ευθύφρων, όταν προσευχόμενος απευθύνεται στο Θεό για να τον βοηθήσει (1), είναι αξιοπρεπής και γενναίος αφού σε κάθε ευκαιρία δηλώνει πως ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει τον έντιμο θάνατο από την ατιμωτική ζωή (2), είναι άνθρωπος αρχών πράγμα που στην εποχή μας ιδιαίτερα αναζητείται και βρίσκεται με δυσκολία (3). Ο συγγραφέας μελετά και συγκεντρώνει πληροφορίες και αισθάνεται ότι ο χαρακτήρας του Παπαθύμιου πρέπει να έχει τα προσόντα του φυσικού αρχηγού και τα χαρακτηριστικά του ηγέτη. Έτσι μέσα στο κείμενο διακρίνονται η ψυχραιμία, η οξυδέρκεια και η εντιμότητα ως χαρακτηριστικά με διαχρονική αποτίμηση.
Ο Παπαθύμιος έχει την τρυφερότητα του άντρα που προστατεύει και του ιερωμένου που σέβεται. Δεν είναι απόμακρος, δοσμένος μόνο στον αγώνα-σκοπό. Η συμπεριφορά του προς την «παπαδιά» (4) δίνει την ανθρώπινη διάσταση στα πράγματα και το ύφος που απαιτείται για να κατανοήσει ο θεατής πως τα μεγάλα πράγματα γίνονται από απλούς καθημερινούς ανθρώπους που ξέρουν να τιθασεύουν τις ανάγκες τους και να ιεραρχούν τις προσδοκίες τους. Παρουσιάζεται ανιδιοτελής κι ίσως με τα σημερινά μέτρα ονειροπόλος όταν ακούγεται να λέει: «Δεν πολεμάνε, πασά, οι παράδες, μόν’ οι ψυχές. Και τέτοιες είναι γεμάτος ο τόπος μας» (5).
Προβάλλεται η συναίσθηση του χρέους και η μετάνοια. Το τραγικό δίλημμα ως την τελευταία στιγμή. Ασυμβίβαστος δεν αποδέχεται τον σκοπό να αγιάζει τα μέσα, όσο ιερός κι αν είναι. Πονάει περισσότερο για το ασυμβίβαστο των πράξεών του παρά για την επικείμενη θανάτωσή του (6).
Η υπόθεση εξελίσσεται μέσα από τα χορικά μέρη του κειμένου όπως και στην αρχαιοελληνική τραγωδία, όπου οι ρήσεις των χορικών προωθούν τον μύθο και διατηρούνται στην καρδιά και τον νου του θεατή ανέπαφες και ενδεικτικές της ανθρώπινης δραστηριότητας και των παθών της.
Το γυναικείο στοιχείο στο έργο είναι συμβολικό. Αναδεικνύει τον άντρα-ήρωα, τον προστάτη-αρχηγό. Στο τέλος του έργου τα λόγια της Βαΐτσας είναι ένα μοιρολόι που απηχεί όλα τα δρώμενα του απλού ανθρώπου απέναντι στη μοναδικότητα του θανάτου και της ζωής, έτσι όπως συντελούνται στη ζωή του και σκιαγραφούν την συναισθηματική του ανάγκη για ταπεινοσύνη, σεβασμό προς τον Θεό του και συνέχεια της νοητής γραμμής της παράδοσής του μέσα από απλές τελετουργικές κινήσεις με ισχυρούς συμβολισμούς.
Η «έξοδος» του έργου γίνεται από τη Βαϊτσα, τη σκιά του Παπαθύμιου. Είναι το μοιρολόι που ακούγεται το σύμβολο για τη ζωή που έφυγε και κείνη που ανθίζει. Ο συγγραφέας, άνθρωπος αισιόδοξος και κοινωνικός δεν επιτρέπει να χαθεί ο μικρόκοσμος της, ως γυναίκας-συμβόλου.
Ένας γενικά αποδεκτός δείκτης ποιότητας των λογοτεχνικών και ειδικότερα των θεατρικών κειμένων είναι η δυνατότητα που παρέχουν στον αναγνώστη θεατή να εντάξει το περιεχόμενο και τον «κόσμο» τους στην περιοχή των δικών του βιωμάτων. Αυτό εδώ δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς έναν βαθμό αφαίρεσης. Στην περίπτωση δηλαδή του συγκεκριμένου θεατρικού έργου, αυτή η αφαίρεση έχει ως αποτέλεσμα την ενσάρκωση στοιχείων του ανδρικού κυρίως και ελάχιστα αλλά συμβολικά και καθοριστικά και του γυναικείου στερεοτύπου από τον Παπά-Βλαχάβα και την Βαΐτσα.
Ο Παπά-Βλαχάβας στέκει κάπου στα αχνάρια του Σωκράτη, αφού με κάθε στίχο που ο συγγραφέας τοποθετεί στα χείλη του, εκμαιεύει τη διάθεση και την απόφασή μας. Είναι ένας άνδρας κυριευμένος από τον ιερό σκοπό του κι ελεύθερος, σαν την Ελλάδα που ονειρεύεται. Καλπάζει τη ζωή του με την έπαρση του άνεμου και τα όρια της θάλασσας. Έχει μάτια μόνο για τους αγώνες του, γι’ αυτό βλέπει σ’ αυτούς τη μακριά προοπτική για τον Άνθρωπο. Με απόλυτη ευλαβικότητα, γονυπετής, προσεύχεται στο Θεό και προβάλλει το τρίπτυχο της ανθρώπινης θεότητάς του: το νου του, την αντοχή του, το χρέος του, συνθλίβει ευτελείς μικρόκοσμους με τον ευθύβολο λόγο του.
Ο κεντρικός ήρωας του έργου είναι ένας αρχέτυπος τύπος αρσενικού με ρόλο διαχρονικά ισχυροποιούμενο από την έλλειψη και τη σταδιακή εξαφάνιση των ομοίων του στην εποχή μας. Εξαφάνιση, που εύκολα διαπιστώνουμε, πως μας προέκυψε από τις σκόρπιες «φθονουργές και φονουργές» ιδεολογίες των καιρών. Οι εναπομείναντες στο είδος επιβιώνουν ως καρικατούρα του κι άτολμα συνωστίζονται στις ομάδες των ομοίων τους.
Ο συγγραφέας Ηλίας Θ. Ανδρακάκος ερμηνεύει με αποτελεσματικό λόγο μέσα από το κείμενό του τον «α- νοητό (ανόητο)» βίο μας. Κρατάει «ως λάλον ύδωρ» τον διαρκή ιστορικό λόγο ως ρόλο των φοβισμένων, των δικαίων, των αδικουμένων, των αγωνιστών, των μανάδων, των δασκάλων, των εγκλωβισμένων πολιτών. Ο Ευθύμιος Βλαχάβας ξαναγεννήθηκε από τον Ηλία Ανδρακάκο με τα υλικά της ιστορίας και της φυλής Είναι ένας θούριος με τα αρχέτυπα στοιχεία της ράτσας του: μεγαλοσύνη, λεβεντιά και ευτολμία.
Στη σκηνή ο Παπαθύμιος δεν είναι μόνο με τον ρόλο που του δίνει σε πρώτο επίπεδο ο συγγραφέας. Στο πρόσωπό του διακρίνονται όλοι όσοι αγωνίστηκαν και αγωνίζονται για το χρέος, την τιμή, το δίκαιο. Βλέπουμε από τον Λεωνίδα και τον Μιλτιάδη ως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ή τον Παπαφλέσσα και τον Αθανάσιο Διάκο κι ακόμα καθένα που το όνομά του δεν το 'γραψαν τα σχολικά βιβλία αλλά ως τις μέρες μας νοιάζεται για την προσωπική του τιμή και μέσα από αυτήν για την αξιοπρέπεια της πατρίδας. Στο πρόσωπό του περνούν και κρατιούνται σε σειρά, μια αιμάτινη γραμμή μέσα στο χρόνο όλοι οι Έλληνες που έκαμαν σύμβολο τη θυσία για τις αρχές και τις αξίες τους. Στο πρόσωπό του σχηματίζεται το σύμβολο για την παγκόσμια ανθρώπινη σκηνή.
Και είναι φυσικό να σκεφθεί ο καθένας πως η τέχνη δεν χρειάζεται να μιμείται τη ζωή. Αρκεί να καταδεικνύει, να θίγει, να ενεργοποιεί ταυτίσεις και παραλληλισμούς, να ξυπνά συνειρμούς…
Το έργο ακολουθεί τον θεατή, όπως τα λόγια και η μορφή ενός πετυχημένου δάσκαλου τον μαθητή, όπως ένα καλό λογοτέχνημα τον αναγνώστη. Κι ο θεατής ως μαθητής αναγνώστης πορεύεται ξανά στα δικά του καθημερινά πράγματα αλλά δεν είναι ποτέ πια ο ίδιος. Ο Παπά- Βλαχάβας τον ακολουθεί.
Ο Ηλίας Ανδρακάκος, ως συγγραφέας, αλλά και συντελεστής θεατρικής παράστασης πετυχαίνει αυτό που σοφά έλεγε ο Ελύτης, να δίνουν διάρκεια στη στιγμή, έκταση στο εφήμερο και αξία στο ταπεινό αλλά ουσιώδες που διαφεύγει την προσοχή των πολλών στην τύρβη της καθημερινότητας.
Τίποτε όμως άλλο δεν μας οδηγεί σ' αυτούς που ακούμπησαν σκέψη και καρδιά στο χαρτί και μύρωσαν με τα κορμιά τους το χώρο και δώρισαν λόγο προσωπικό σε όλους εμάς, εξόν η διάθεσή μας να ταυτιστούμε και να συμπλεύσουμε.
Γι’ αυτό αναγνώστη-θεατή μου, όσο παρακολουθούμε αυτή την παράσταση ας στέκεται καθένας μας φιλόδοξος ανιχνευτής χρυσού μπροστά στις λέξεις και ας αναζητεί στις μορφές τους ενθυμήματα. Ας τις ξεκλειδώνει με τα κλειδιά της βιωματικής σχέσης, που έχει μέσα από τη νοερή γραμμή της ράτσας από τον Ησίοδο και τον Όμηρο ως τον Ελύτη, τον Σεφέρη και τον Παπαδιαμάντη- Ας αφήνεται στη «μυρωδιά του επινοημάτων του αποκαλώντας τα τρυφερά θυμητάρια». Κάθε λέξη του έργου έχει μιαν έννοια που κρύβει μέσα της όλες τις γενιές που έζησαν σ’ αυτόν τον τόπο πριν από μας και τον ετοίμασαν για να ζήσουμε.
Κι όλοι μαζί εμείς, ας διατηρήσουμε το δικαίωμα να αναζητούμε καταφύγιο ονείρων μέσα από τέτοιες παραστάσεις. Ας πορευτούμε στη ζωή και τα καθημερινά της από δω κι έπειτα με τα λόγια του Παπαθύμιου: «Το μυαλό μου έχει γεμίσει από αγάπη για την Ελλάδα και δεν έχει χώρο για άλλες έγνοιες» (7).
(1). βλ. σ. 45
(2). βλ. σ. 41
(3). Βλ. σ. 47 : «Θεό στην ψυχή, φωτιά στην καρδιά και φτερά στα πόδια»
(4). Βλ. σ. 49
(5). Βλ. σ. 97
(6). Βλ. σ. 117
(7). βλ. σ. 96 του βιβλίου
Πληροφορία: Ή δεύτερη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1990.
Πληροφορία: Ή δεύτερη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1990.
Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010
Τετάρτη 19 Μαΐου 2010
«Η αλεπού και η μαϊμού»
Από τους μύθους του Αισώπου
Μια αλεπού και μια μαϊμού, λογόφερναν για την αρχοντιά τους. η καθεμιά ήθελε να κάνει την άλλη να πιστέψει πως ήταν από μεγάλο σόι. Η λογομαχία τράβαγε του μάκρους, όταν έτυχε οι δυο κυράδες να περνάνε από ένα νεκροταφείο. Άρχισε λοιπόν η καλή σου η μαϊμού ν’ αναστενάζει και να δακρύζει.
-Τι έπαθες; τη ρώτησε η αλεπού. Γιατί σ’ έπιασαν ξαφνικά τα κλάματα;
-Αχ! πώς να μην κλαίω, έκανε η μαϊμού, όταν βλέπω τις μαρμαρένιες επιτάφιες στήλες τόσων ένδοξων προγόνων μου!
Γυρίζει τότε η αλεπού και της λέει:
-Ε, τι να σου κάνω, κυρά – μαϊμού; Ό,τι θέλεις μπορείς να λες! Οι πεθαμένοι που ‘ναι θαμμένοι σε τούτο το νεκροταφείο, δεν μπορούν να σηκωθούν και να στις βρέξουν!
(Όταν δεν υπάρχει κανένας για να ντροπιάσει τον ψεύτη για τις ψευτιές του, αυτός μπορεί να λέει ανεμπόδιστος ό,τι του κατέβει!)
«Όνος άλας βαστάζων»
Από τους μύθους του Αισώπου
Ένας γάιδαρος περνούσε κάποιο ποτάμι φορτωμένος αλάτι. Γλίστρησε όμως και έπεσε μέσα στο νερό και καθώς έλιωσε το αλάτι, σηκώθηκε ελαφρότερος. Ευχαριστήθηκε γι’ αυτό και όταν κάποια άλλη φορά περνούσε το ποτάμι φορτωμένος σφουγγάρια, γλίστρησε επίτηδες, νομίζοντας ότι θα σηκωνόταν και πάλι ελαφρότερος. Τα σφουγγάρια όμως ρούφηξαν νερό και ο γάιδαρος, μη κατορθώνοντας να ξανασηκωθεί, πνίγηκε.
(Έτσι και μερικοί άνθρωποι περιέρχονται σε συμφορά από τη δική τους πονηριά).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







